.

Ο Φαν Μπόξελ και η κοινωνική αξία της ηλιθιότητας

«Ο άνθρωπος από τη φύση του δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός, μόνο βλάκας.» Ματάις Φαν Μπόξελ

Ο Ματάις Φαν Μπόξελ στο βιβλίο του «Η εγκυκλοπαίδεια της βλακείας» δεν ασχολείται με επιφανειακά (εμπορικού τύπου) ευφυολογήματα προς ανέμελη διασκέδαση. Αυτός είναι και ο λόγος που το συγκεκριμένο βιβλίο δεν ενδείκνυται για αποφθέγματα που θα μπορούσαν να φτιάξουν το κέφι της παρέας.

Εξάλλου, ο απαιτητικός, φιλοσοφικός του λόγος – οφείλει να είναι κανείς προσεκτικός όταν διαβάζει τον Μπόξελ – καθιστά σαφές ότι δε στοχεύει να περάσει ευχάριστα την ώρα. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι δεν προξενεί και το γέλιο. Η βλακεία – και μόνο ως θέμα – είναι αδύνατο να αποκοπεί από το κωμικό. Κι εδώ ακριβώς κρύβεται η πρόθεση του Μπόξελ, που θα καταδείξει ότι και το τραγικό είναι επίσης συνυφασμένο με την ηλιθιότητα, όπως και κάθε άλλη εκδοχή συμπεριφοράς ή δραστηριότητας ή επιθυμίας ή φιλοδοξίας ή οτιδήποτε μπορεί να σκεφτεί κανείς σχετικά με τον άνθρωπο.

Το σίγουρο είναι ότι ο άνθρωπος είναι εγωιστής. Σε τελική ανάλυση ο εγωισμός ήταν εκείνος που τον έκανε να επιβιώσει μέσα στην εχθρική φύση. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είναι η φυσική επιταγή της αγάπης του εαυτού, που, αν χρειαστεί, θα εκδηλωθεί σε βάρος των άλλων. Όσο πιο πρωτόγονες οι συνθήκες, τόσο πιο έκδηλη και η βαρβαρότητα, που εξυπηρετεί αυτή την ανάγκη.

Ο πολιτισμός είναι το αντίθετο της βαρβαρότητας, αφού αποσκοπεί στην αρμονική συμβίωση στηριζόμενος στην αποδοχή του άλλου. Οι οργανωμένες κοινωνίες, ως ύψιστο πολιτιστικό επίτευγμα, θεμελιώνονται πάνω στους κανόνες της συνύπαρξης, καθώς σε διαφορετική περίπτωση κινδυνεύουν με διάλυση. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για την κατά συνθήκη δημιουργία της πόλης, που έρχεται σε αντίθεση με τη φύση (αυτά τα έχουν ξεκαθαρίσει οι σοφιστές από την αρχαιότητα) ούτε με το κατά πόσο η πόλη προέρχεται από τη φύση, όπως υποστήριξε ο Αριστοτέλης.

Εδώ βρισκόμαστε μπροστά στο καθαυτό αποτέλεσμα, που θέλει την οργανωμένη κοινωνία ως μοναδική διέξοδο του ανθρώπου (εξάλλου, αυτό προκύπτει και από την οπτική των σοφιστών, αφού χωρίς πόλη ο άνθρωπος κινδυνεύει από τα θηρία, αλλά και από τη σκοπιά του Αριστοτέλη, καθώς μόνο η πόλη εξασφαλίζει την αυτάρκεια που θα επιφέρει την ευδαιμονία) προϋποθέτοντας, αν όχι την εξάλειψη, τουλάχιστον την εκλέπτυνση του εγωισμού προς όφελος της συνύπαρξης.

Κατά τον Μπόξελ, η προσπάθεια του ανθρώπου να παρουσιαστεί απαλλαγμένος από τον εγωισμό είναι καταδικασμένη στην κωμικότητα, καθώς, ακόμη κι αυτό, δεν μπορεί παρά να εκδηλωθεί εγωιστικά: «Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι απελευθερωμένος από την αλαζονεία χωρίς να κολακέψει τον εαυτό του. Η αλαζονεία δεν ξεριζώνεται. […]

Καλλιεργώντας το πνεύμα μας μαθαίνουμε να υπερηφανευόμαστε κρύβοντας την υπερηφάνειά μας. Έτσι γεννήθηκαν οι Καλοί Τρόποι. Η ευπρέπεια είναι μια μορφή αυτοθυσίας που αποζημιώνεται με κολακεία». (σελ. 134). Με λίγα λόγια, ο εγωισμός είτε αποκαλείται αλαζονεία είτε υπερηφάνεια εκδηλώνεται μέσω της αρνήσεώς του. Οι επιδιωκόμενες επευφημίες, ως κολακευτικά σχόλια που συνοδεύουν τη συμπεριφορά, είναι η πιο κατάφωρη απόδειξη των εγωιστικών κινήτρων.

Ο άνθρωπος είναι αδύνατο να απαλλαγεί από την τάση της επίδειξης του εαυτού: «Και όσο μεγαλύτερη είναι η επίδειξη της ευπρέπειας, τόσο μεγαλύτερα είναι και τα κολακευτικά σχόλια που εισπράττονται, τόσο μεγαλύτερη η αλαζονεία, τόσο μεγαλύτερος ο φόβος του ντροπιάσματος, τόσο μεγαλύτερη η επίδειξη της ευπρέπειας και ούτω καθεξής». (σελ. 134).

Εν τέλει, ο άνθρωπος μαθαίνει να εκδηλώνει τον εγωισμό του με άλλο τρόπο. Ο Μπόξελ δεν μπορεί παρά να καταδείξει την παραδοξότητα: «Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο καλύπτεται η αλαζονεία, τόσο περισσότερο ικανοποιείται». (σελ. 134). Μοιραία, δεν μπορεί παρά να γεννηθεί η υποκρισία: «Η υποκρισία ακολουθεί την αλαζονεία σαν σκιά. Πολύ συχνά οι υποκριτικοί μας λόγοι δεν είναι συνειδητοί. Ο εγωισμός κρύβεται πίσω ακόμα και από τον ειλικρινή αλτρουισμό. Κάθε άνθρωπος εξαπατά τον εαυτό του». (σελ. 135). Καμία πράξη του ανθρώπου δεν μπορεί να απαλλαγεί από τα εγωιστικά κίνητρα που την κατευθύνουν.

Ακόμη και η πιο ανιδιοτελής αυτοθυσία, ακόμη και η θυσία της ζωής για κάποια ιδέα ή ιδανικό εμπεριέχουν την εγωιστική δύναμη. Σε τελική ανάλυση, οι μεγαλύτεροι ηρωισμοί της ιστορίας έχουν να κάνουν με τον εγωισμό των προσώπων που δε θα άντεχαν να κάνουν πίσω μπροστά στο κάλεσμα των περιστάσεων. Η έννοια του θάρρους είναι συνυφασμένη με τη δυναμική της προσωπικότητας, δηλαδή με το εκτόπισμα του εγωισμού.

Θα λέγαμε ότι η στιγμή της αυταπάρνησης τίθεται ως ύψιστος εγωισμός, που στέκεται πάνω από την ίδια την ύπαρξη. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός που θυσιάζεται νιώθει ευτυχισμένος· είναι η εκπλήρωση των εγωιστικών κινήτρων, όπως ο ίδιος τα αντιλαμβάνεται, που του δίνουν τη δύναμη. Εξάλλου, αυτό που ονομάζουμε αξιοπρέπεια δεν είναι τίποτε άλλο από τον εγωισμό που νιώθει ευάλωτος από τη συμπεριφορά των άλλων. Όσο πιο έντονα νιώθει κανείς το αίσθημα της αξιοπρέπειας, τόσο πιο εγωιστικά αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Κι ας μη φανεί εδώ ότι η αξιοπρέπεια τίθεται ως κάτι αρνητικό.

Η αξιοπρέπεια έχει να κάνει με την αποδοχή ότι ο εγωισμός έχει και θετική όψη, η οποία, όμως, δεν κατονομάζεται ευθέως. Κανείς δεν πρόκειται να ισχυριστεί ότι θίγεται ο εγωισμός του, ακόμη κι αν όλοι βλέπουν ότι πρόκειται γι’ αυτό ακριβώς. Ο ίδιος θα κάνει λόγο για αξιοπρέπεια. (Φυσικά, εδώ δε μιλάμε για περιπτώσεις καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή νομοθεσίας. Αυτό είναι δουλειά της δικαιοσύνης και δεν έχει καμία σχέση με τον εγωισμό).

Ο ηρωισμός και η αυτοθυσία συνοδεύονται (σχεδόν) πάντα με διθυράμβους. Παρουσιάζονται ως ύψιστο ιδανικό προς όφελος του συνόλου χωρίς ποτέ δε γίνεται λόγος για τα εγωιστικά κίνητρα. Η ολοκληρωτική εξάλειψη του εγωισμού όχι μόνο δεν τίθεται στην ορθή βάση του αδύνατου, αλλά  ανταμείβεται προκειμένου να γίνει πρότυπο συμπεριφοράς. Ο Μπόξελ σημειώνει: «Από την οπτική γωνία της φύσης, η αυτοθυσία είναι το άκρον άωτον της βλακείας…

Η αυτοθυσία είναι μια παρωδία στην οποία η βλακεία προσλαμβάνει τη μορφή της ύψιστης σοφίας. Ο μαρτυρικός θάνατος είναι καθαγιασμένη βλακεία. Η υπέρβαση γίνεται κανόνας. Ως εκ τούτου ο πολιτισμός αποτελεί καρικατούρα του εαυτού του: μια μορφή βλακείας έγινε κουλτούρα, ένας παραλογισμός έγινε δεύτερη φύση». (σελ. 130 – 131).

Κατ’ επέκταση, τα φανταχτερά μνημεία που υμνούν τη θυσία των ηρώων δε θα μπορούσαν παρά να υπόκεινται στο πλαίσιο της ίδιας βλακώδους συμπεριφοράς: «Οι αψίδες θριάμβου φαίνεται ότι προσφέρουν μια φευγαλέα ματιά σε ένα ένδοξο στρατιωτικό παρελθόν, αλλά στην ουσία δεν είναι παρά βλακώδη μνημεία που προσπαθούν κατόπιν εορτής να τοποθετήσουν τις τραυματικές αγριότητες του πολέμου σε ένα βαρυσήμαντο πλαίσιο, όπως μαρτυρά η Αψίδα του Θριάμβου στο Παρίσι». (σελ. 98).

Αποδεχόμενοι ότι ο πόλεμος είναι η έσχατη ανοησία της ανθρωπότητας, που από τη μια πρεσβεύει το ιδανικό του πολιτισμού και από την άλλη συνεχίζει να πολεμά χωρίς να αντιλαμβάνεται το αλλοπρόσαλλο της συμπεριφοράς της, δε μένει παρά να γίνει αποδεκτό ότι η ανθρώπινη ιστορία κινείται μέσα από μια σειρά ψευδαισθήσεων, αφού διαρκώς εκτυλίσσονται σφαγές για την υπηρεσία των ανθρώπινων ιδανικών. Από αυτή την άποψη «η αψίδα του θριάμβου αντιπροσωπεύει την ανθρώπινη ικανότητα να παίρνει κουράγιο προσφεύγοντας σε ψευδαισθήσεις». (σελ. 98).

Κι αυτές ακριβώς οι ψευδαισθήσεις κρίνονται ως βάση του ανθρώπινου πολιτισμού: «Οι άκαρπες προσπάθειές μας να αποκαταστήσουμε την αρμονία μεταβάλλουν την ύπαρξή μας σε ένα περιπαικτικό ανέκδοτο». (σελ. 95).

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Μπόξελ θα συμπληρώσει: «Το κλισέ που θέλει τα λάθη να είναι ανθρώπινα αντικατοπτρίζει προφανώς την αποδοχή της ανθρώπινη αδυναμίας, αλλά στην πραγματικότητα δίνει τον ορισμό του ανθρώπου: ο άνθρωπος δε διαφέρει από τα ζώα λόγω της υπέρτερης σοφίας του, αλλά λόγω της βλακείας του, λόγω της ικανότητάς του να πέφτει στην παγίδα κατασκευασμένων απ’ τον ίδιο ψευδαισθήσεων. Σε αντίθεση με το γάιδαρο, ο άνθρωπος σκοντάφτει ατέλειωτες φορές πάνω στην ίδια πέτρα. Δεν μαθαίνει τίποτε από την ιστορία, αλλά είναι καταδικασμένος να επαναλαμβάνει διαρκώς τα ίδια λάθη». (σελ. 215).

Οι ψευδαισθήσεις περί αρμονικής συμβίωσης σε μια άρτια οργανωμένη κοινωνία δικαιοσύνης, ισότητας, αξιοκρατίας και ευκαιριών για όλους τους πολίτες δεν μπορούν παρά να πάρουν πολιτειακές διαστάσεις, αφού η τέλεια συνύπαρξη προϋποθέτει το τέλειο πολίτευμα που θα καταφέρει να διαχειριστεί με τρόπο ιδανικό όλες τις υποθέσεις. Κι όταν λέμε ιδανικό πολίτευμα, εννοούμε ιδανική διακυβέρνηση, δηλαδή ιδανικό πολιτικό σύστημα που θα αναδεικνύει τους πραγματικά άξιους στην εξουσία, ώστε να παρθούν οι ιδανικές αποφάσεις.

Φυσικά, το να υποστηρίξει κανείς ότι τέτοιο πολίτευμα δεν έχει υπάρξει μέχρι στιγμής είναι ολοφάνερη κοινοτοπία. Ακόμη και η δημοκρατία, που είναι αδιαπραγμάτευτα το πληρέστερο και δικαιότερο όλων των πολιτευμάτων, δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί ότι οι κυβερνήσεις και τα άτομα που τις στελεχώνουν θα είναι πράγματι τα καλύτερα. Τουλάχιστον στην πράξη. Η υλοποίηση της ιδανικής δημοκρατικής εκδοχής παραμένει όραμα, όσο κι αν η ανθρωπότητα διατείνεται ότι την επιθυμεί, πολύ περισσότερο ότι την κατέχει.

Κατά τον Μπόξελ, το ζήτημα δεν έχει να κάνει με την απουσία του ιδανικού πολιτεύματος (ενδεχομένως και να μην υπάρχει), αλλά με την αναγκαιότητα της σύμβασης, που επιβάλλει το επικρατές ως ιδανικό, ακόμη κι αν όλοι γνωρίζουν ότι δεν είναι. Επικαλούμενος το παραμύθι του Άντερσεν με το γυμνό βασιλιά και το παιδί που βροντοφώναξε τη γύμνια του σχολιάζει: «Το παραμύθι παρουσιάζεται εσφαλμένα μερικές φορές σαν να περιγράφει το θρίαμβο του αθώου παιδιού απέναντι στην αλαζονεία του ενήλικου κόσμου. Μόνο παιδιά, τρελοί και μεθυσμένοι είναι τόσο αγενείς ώστε να διακηρύσσουν την “αλήθεια”…». (σελ. 185).

Το θέμα, όμως, που τίθεται είναι ακόμη πιο βαθύ. Ο μονάρχης δεν είναι απλώς η ευτελής εξουσία που δυναστεύει τους ανθρώπους, αλλά η ίδια η συνοχή του κράτους, που οφείλει να διαιωνίζεται με ψευδαισθήσεις. Η κατάλυση του μονάρχη ισοδυναμεί με τη διάλυση του κράτους, που, έτσι κι αλλιώς, υπάρχει από σύμβαση. Αν εξετάσουμε όλα τα πολιτεύματα υπό το πρίσμα του αυστηρού ορθολογισμού, δεν μπορούμε παρά να  φτάσουμε στην τελική γύμνια του βασιλιά.

Η ευφυΐα, που εξ ορισμού κατευθύνεται με το πνεύμα του ορθού λόγου, είναι μοιραίο να δράσει διασπαστικά, καθώς δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να συγκρουστεί με το αδιαπέραστο πλέγμα των συμβάσεων. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για την υποταγή στην αυθαιρεσία της εκάστοτε εξουσίας ή για την εγκατάλειψη της κριτικής και της διεκδίκησης ενός καλύτερου πολιτεύματος, αλλά για την αναγκαιότητα της βλακείας προς υιοθέτηση των ομαδικών συμβάσεων που θα εξασφαλίσουν τη συνοχή.

Με άλλα λόγια, η βλακεία είναι ο ενωτικός κρίκος κάθε κοινωνίας, που σε τελική ανάλυση οφείλει να αποδεχτεί τη γύμνια του βασιλιά: «Ο μονάρχης πρέπει να κρατά για χάρη μας τα προσχήματα, εξ ου και ο λόγος που στο παραμύθι συνεχίζει ολόγυμνος να περπατά αγέρωχα. Και οι πολίτες όμως στο ρόλο του υπηκόου πρέπει να συνεργήσουν στην απάτη. Εφόσον όλοι υποκρίνονται ότι ο μονάρχης είναι ντυμένος, το έθνος παραμένει ενωμένο». (σελ. 188 – 189).

Από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει τίποτε σοφότερο απ’ το να παριστάνουν όλοι ότι δε βλέπουν αυτό που βλέπουν. Η ίδια η συνύπαρξη, η ίδια η αίσθηση της ενότητας που πρέπει να διέπει μια κοινωνία (γιατί αλλιώς θα διαλυθεί) επιβάλλει θεσμικά πρόσωπα απαράμιλλου κύρους, ιερά, όσια και τελετουργικά υψίστης σημασίας, που μόνο η βλακώδης ομαδοποίηση της αγέλης μπορεί να πάρει στα σοβαρά. Αν αυτή εκλείψει, τα πάντα βρίσκονται σε κίνδυνο.

Για τον Μπόξελ, η βλακεία κρίνεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για να εξασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή: «Μέχρι σήμερα, μια ή δυο μικρές πόλεις της Ολλανδίας επιλέγονται για να τιμήσουν εκ μέρους όλου του έθνους τα γενέθλια της βασίλισσας. Η επίσκεψη μεταδίδεται ζωντανά από την τηλεόραση. Αλλά στην ουσία πρόκειται για εκπομπή που θα μπορούσε να επαναλαμβάνεται καθημερινά.

Γνωρίζοντας λοιπόν ότι η τηλεόραση μεταδίδει την απόδοση τιμών στη βασίλισσα, θα μπορούσαμε με καθαρή συνείδηση να κλείσουμε την τηλεόραση. Ποιος λοιπόν είναι ο βλάκας; Αν όλοι το ξέρουν, ποιος λοιπόν δεν το ξέρει;» (σελ. 196). Είναι προφανές ότι Μπόξελ επιχειρεί να μεταφέρει την ιστορία με το γυμνό βασιλιά στη σύγχρονη Ολλανδία: «Η βλακεία που κρύβεται στη συμπεριφορά της αγέλης, στα τελετουργικά, αντιπροσωπεύεται στην τηλεόραση». (σελ. 196). Με δυο λόγια, κοινωνία χωρίς τα θεμέλια της ηλιθιότητας δεν μπορεί να υπάρξει.

Για να διευκρινίσει: «Μη με παρεξηγήσετε: δεν επιχειρηματολογώ εναντίον της μοναρχίας ή της δημοκρατίας, και ασφαλώς ούτε εναντίον του συνδυασμού και των δύο τύπων βλακείας στη συνταγματική μοναρχία. Ούτε επίσης αγορεύω υπέρ του παραλογισμού. Διαπιστώνω την αναγκαιότητα των τελετουργικών ανοησιών στις οποίες κατοικοεδρεύει η ηλιθιότητα, που αναπόφευκτα φωλιάζει στον πυρήνα της ύπαρξής μας». (σελ. 196).

Και για να μην παρεξηγηθεί ότι όλα τα λέει προς όφελος της καθεστηκυίας τάξης, που πρέπει να υποστηριχθεί με όλη της την ηλιθιότητα, βιάζεται να συμπληρώσει: «Το θέμα επίσης είναι να μην ξεχάσουμε ποτέ τον επίπλαστο χαρακτήρα του κόσμου. Η πραγματική βλακεία βασιλεύει εκεί που όλοι θεωρούν τα πάντα αυτονόητα». (σελ. 196). Κατά συνέπεια, το να θεωρεί κανείς τα πάντα αυτονόητα και να μην προσπαθεί να τα αλλάξει, αποτελεί βλακεία και μάλιστα «πραγματική βλακεία».

Το ζήτημα είναι ότι όσο και να προσπαθήσει να τα αλλάξει δε θα αποφύγει την παγίδα της ηλιθιότητας, αφού με τρόπο νομοτελειακό θα υποκύψει στις νέες συμβάσεις που θα προκύψουν. Κι αυτό δεν τίθεται προς απαξίωση οποιασδήποτε προσπάθειας για αλλαγή, αλλά προς διευκρίνιση του ακατανίκητου, αναπόφευκτου κι αναπόσπαστου με την ανθρώπινη φύση παράγοντα της βλακείας. Τελικά, αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινη εξέλιξη δεν είναι τίποτε άλλο από την αέναη πάλη με την ηλιθιότητα, που διαρκώς θα βρίσκεται μπροστά μας με ακόμη πιο εξελιγμένη μορφή. «Η βλακεία ανυψώνεται σαν τείχος πάνω στο οποίο τρώμε τα μούτρα μας». (σελ. 221).

Εξάλλου, η νοημοσύνη που επιφέρει όλα τα τεχνολογικά επιτεύγματα είναι επίσης συνυφασμένη με τη βλακεία: «Η βλακεία ανάγκασε τον άνθρωπο να αναπτύξει τη νοημοσύνη του, αλλά η τελευταία δεν προσφέρει κανένα εχέγγυο για την αυτοσυντήρηση. Πράγματι, η νοημοσύνη μπορεί κάλλιστα να ενισχύσει τη βλακεία. Η εκρηκτικότητα αυτού του μείγματος αποκαλύπτεται με θεαματικό τρόπο στους πολέμους.

Λιγότερο αισθητή είναι η παρουσία της βλακείας στον υποβόσκοντα εμφύλιο πόλεμο των αυτοκινητοδρόμων, ο οποίος μόνο στην Ολλανδία προκαλεί πάνω από 1200 θύματα το χρόνο. Για να μη μιλήσουμε για τους δέκα χιλιάδες βαριά τραυματίες». (σελ. 202). Ο Μπόξελ θα φέρει πολλά παραδείγματα αντιφάσεων ανάμεσα στο «εκρηκτικό μείγμα» νοημοσύνης και ηλιθιότητας. Αναφέρονται ενδεικτικά:

-    τα τσιγάρα με μικρή περιεκτικότητα νικοτίνης διπλασίασαν την κατανάλωση καπνού.
-    οι λάμπες εξοικονόμησης ενέργειας χρησιμοποιούνται κυρίως για πολυτελείς φωτισμούς κήπων.
-    οδηγοί με αερόσακους και ζώνες στα αυτοκίνητα οδηγούν κατά μέσο όρο 20% πιο γρήγορα.
-    οι γονείς στο Άμστερνταμ δεν αφήνουν πλέον τα παιδία τους να παίξουν έξω λόγω υπερβολικής κυκλοφοριακής κίνησης. Για αυτό το λόγο παίρνουν το αυτοκίνητο και τα πηγαίνουν να παίξουν σε χώρους έξω από την πόλη.

Όμως, ο Μπόξελ θα προχωρήσει ακόμη περισσότερο. Η κατάδειξη της αναγκαιότητας της βλακείας ως θεμέλιο της κοινωνίας και του πολιτισμού δεν του αρκεί. Αυτό που μένει είναι να αποδείξει ότι η βλακεία είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης ευτυχίας: «Ας υποθέσουμε όμως ότι δεν υπήρχε βλακεία. Όλες οι λαμπρές εμπνεύσεις θα γίνονταν πραγματικότητα χωρίς κανένα εμπόδιο· όλοι θα αντιλαμβάνονταν τη βαθύτερη σημασία της ζωής· το λογικό θα ήταν προφανές και αδιαμφισβήτητο.

Μαζί με τη βλακεία θα καταργούνταν η ανθρώπινη ελευθερία και η δυνατότητα επιλογής. Τα πράγματα θα έχαναν το όνομα και τη σημασία τους, επειδή όλα θα αποδεικνύονταν εξίσου πολύτιμα και ευτελή. Θα ζούσαμε σαν άγγελοι ενός αιώνια λαμπρού ουρανού λαχταρώντας μια εξέγερση· σαν πλάσματα ενός αποπνικτικού παραδείσου επιζητώντας το προπατορικό αμάρτημα». (σελ. 221).

Ματάις Φαν Μπόξελ: «Η εγκυκλοπαίδεια της βλακείας», εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, Αθήνα 2007


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές
Πηγή: eranistis.net

Thessaloniki Arts and Culture http://www.thessalonikiartsandculture.gr

 

 

Close