Το Thessaloniki Likes χρησιμοποιεί cookies για την καλύτερη παροχή των υπηρεσιών του. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookie.

Πατήστε "Συμφωνώ" για να μην εμφανίζεται αυτό το μήνυμα.

.

Μια μικρή Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Μια μικρή Χριστουγεννιάτικη ιστορία Artist: Mark Horst (detail)

Είναι τέλη Δεκέμβρη. Στον χτύπο της αλλαγής, σαν δώρο θεού —ή διαβόλου— όλα επιτρέπονται…

Τα φώτα της πόλης ήταν μαύρα και κάτι μικρά σπιθουράκια, σαν άστρα σε καθαρό ουρανό, έδιναν την αίσθηση μια σκιάς πασπαλισμένης με άσπρες νιφάδες.
Τα χιόνι δεν ήταν λευκό. Ένα κόκκινο χρώμα, που όλο σκούραινε καθώς πλησίαζε στο δρόμο, γέμιζε τις λακκούβες με πληγές. Έπαιρνε εκείνο το βαθύ μπορντό, δείγμα πως όσο πιο πολύ μένει κάτι στο χρόνο, τόσο πιο έντονο γίνεται.

Οι άνθρωποι, ντυμένοι με ρούχα γιορτινά και διαθέσεις μουντές, στεκόταν μπροστά στα φορτηγά του Δήμου. Εκείνο το βράδυ της παραμονής Πρωτοχρονιάς μοίραζαν δωρεάν κοκτέιλ συναισθημάτων.
Κάποιοι υπάλληλοι ντυμένοι στο πένθιμο τ’ ουρανού, με πολύχρωμα λαμπάκια πάνω στα καπέλα τους και γύρω στη ζώνη τους, άνοιγαν την κάνουλα των βαρελιών και γέμιζαν σιωπηλά, μηχανικά, σχεδόν απρόθυμα τα ποτήρια. Ένα μικρό τσιτσίρισμα ακούγονταν κάθε φορά που το μείγμα άφριζε.

Ένας άντρας γύρω στα 50, με ατσαλάκωτο γυαλιστερό κουστούμι και μεταξωτή γραβάτα είχε ήδη πιει τρία, όταν άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Σίγουρα είχαν πέσει παραπάνω τύψεις στη δοσολογία, γιατί είχε κάθισε και σε ένα παγκάκι, με τα χέρια στο πρόσωπο και μονολογούσε σπαρακτικά.
«Θεέ μου, τι έχω κάνει!», έλεγε και ξανάλεγε.

Μια κυρία, αρκετά μικρότερη του, με αέρα ντίβας που μύριζε πατσουλί, ντυμένη στα κόκκινα, παραπατούσε στη μέση της πλατείας πάνω στις ψιλές λουστρίν γόβες της. Γελούσε και τραγουδούσε. «Κάποτε αγαπήθηκα, μα όχι πια. Αγάπησε με, πριν να είναι αργά, αγάπη μου…».
Ύστερα έκανε παύση και φώναζε για σερβιτόρους, να της φέρουν λίγο ακόμη από δαύτο το μαγικό φίλτρο της αγάπης. Κανένας δεν έκανε βήμα. Όλοι την κοιτούσαν και κουνούσαν το κεφάλι τους με αποστροφή. Την λυπόταν περισσότερο από τους ίδιους, κι ας ήξεραν πως τους έλειπε το ίδιο, η αγάπη.

«Κουνήστε λίγο το βαρέλι!», ακούστηκε η φωνή ενός νεαρού άντρα, ενώ έφτυνε κάτω το υγρό που μόλις είχε δοκιμάσει.
«Ο Δήμαρχος υποσχέθηκε νέκταρ ευδαιμονίας και εσείς κερνάτε φαρμάκι!»

«Ηρεμήστε, κύριε», αντέδρασε συνωμοτικά ένας κοντός άντρας, με μουστάκι, διορθώνοντας το καπέλο του.
«Η καλλιέργεια και παραγωγή συναισθημάτων σε εξωτερικούς χώρους, πέραν δηλαδή της ψυχής, όπου λαμβάνει χώρα η φυσική διαδικασία, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Είναι ακόμη σε δοκιμαστικό στάδιο. Η κυβέρνηση αποφάσισε να κάνει μια εξαίρεση για τούτη τη μέρα, καθότι παρατηρήθηκε πως ο κόσμος, από φόβο μήπως πληγωθεί, έπαψε να συναναστρέφεται και ως εκ τούτου σταμάτησε να νιώθει δυνατά συναισθήματα. Το πνεύμα των γιορτών κινδυνεύει να εκλείψει, φαινόμενο που δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ πριν μέσα στους αιώνες…»

Απομακρύνθηκα αηδιασμένος, στον απόηχο μιας ακόμη διαμαρτυρίας του νεαρού, που επέμενε πως έπρεπε ν’ ανοίξουν καινούργιο βαρέλι.
Βρέθηκα να σεργιανίζω σε κάτι στενά σοκάκια, λίγο πιο κάτω. Κλωτσούσα φύλλα, χωρίς καμιά διάθεση να δοκιμάσω απομίμηση συναισθημάτων σε ποσότητες διόλου ελεγμένες και πιστοποιημένες. Δίπλα σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, ανάμεσα στα χαλάσματα, συνάντησα κάποιες καρδιές να τσαλαβουτούν σε λακκούβες γεμάτες με το αίμα τ’ ουρανού.

«Δικό μας είναι», μου ‘λεγαν γελώντας, «μα δεν πειράζει. Θα γιατρευτούμε κάποτε, μονάχα για να πληγωθούμε πάλι. Όποιος φοβάται τον πόνο, δεν ζει».
Θυμάμαι που με τράβηξαν από το χέρι και με χόρεψαν, άλλοτε όλες μαζί κι άλλοτε κάθε μια ξεχωριστά. Όλες τους έπαιρναν τη μορφή εκείνων που αγάπησα. Αλήθεια, πόσο μου έλειπαν! Ήθελα να τρέξω, να τους βρω, να τους πω όσα «σ’ αγαπώ» είχα αναβάλει.

Το ρολόι σήμανε δώδεκα. Κοίταξα κλεφτά, μακριά πίσω στην πλατεία. Ο χρόνος είχε αλλάξει, μα οι συμπεριφορές παρέμεναν οι ίδιες. Το κοκτέιλ είχε, καθώς φαίνεται, πολύ παροδικά αποτελέσματα. Κανείς δεν χαμογελούσε. Κανείς δεν αγκάλιαζε κανέναν. Κανείς δεν έλεγε «χρόνια πολλά» στον διπλανό του.

Εκείνον τον χειμώνα κανείς δεν πέθανε από το κρύο. Όλοι φορούσαν για παλτό τούς φόβους τους. Μόνο κάποιες καρδιές τίναξαν την κάπνα ερώτων που πέρασαν, βάλθηκαν ν’ ανάβουν φωτιές με σκόρπια σ’ αγαπώ και κάηκαν προσπαθώντας. Τι ευτυχία!

Κείμενο: Ιωάννα Γκανέτσα


Thessaloniki Arts and Culture http://www.thessalonikiartsandculture.gr