.

Κατέβασε τα γυαλιά ηλίου στην άκρη της μύτης του και κοίταξε ξανά την πινακίδα στη διασταύρωση.

Έμπηξε τα δόντια του στην κόκκινη σάρκα του καρπουζιού και άφησε τα ζουμιά να τρέξουν στο σαγόνι και τον λαιμό του.

Εγώ δεν είμαι ποιητής… είμαι λυγμός που φέρνει στην επιφάνεια την αλήθεια σου, στίχος που κατοικεί στα σωθικά σου, φως που καίει το βαθύ σκοτάδι σου.

«Ευχαριστώ» πέταξε αδιάφορα χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει τον πελάτη κι έχωσε το φιλοδώρημα βιαστικά στο ανοιχτό, μαύρο τσαντάκι που είχε περασμένο στη μέση της.

«Αποδέχομαι την ανυπακοή, είπε, αρκεί να είναι κανείς πάντα έτοιμος να αναλάβει την ευθύνη της επιλογής να είναι ανυπάκουος».

Ήταν τέλη του 19ου αιώνα και ο ρόλος της γυναίκας ήταν συγκεκριμένος και περιοριστικός.

Το σ’ αγαπώ είναι μια ομολογία.

Έξυνε τα πυκνά γκρίζα γένια του, σημάδι πως τα είχε βρει σκούρα με την τελευταία κίνηση της λευκής βασίλισσας. Την κοίταζε τόσο επίμονα, που έδινε την εντύπωση πως είχαν μια δική τους επικοινωνία.

Σελίδα 1 από 6
Close