.

Τρίχες Κατσαρές #15 - «Άξια τιμή του ποντικού να πέσει μες στο λάδι»

Η Ρίτσα άρχισε να ξαναβρίσκει τον εαυτό της και να ξεπερνά τον τιποτένιο εαυτό του Νηλέα, όταν αποφάσισε να γίνει συνεπής ως προς την ιδιότητά της.

 

Αυτήν της κομμώτριας. Ξανάπιασε τις ξεχασμένες βούρτσες, τις παρατημένες χτένες και τα απολησμονημένα ψαλίδια, μαζί με το σύνολο των κομμωτηριακών της καθηκόντων που σκούριαζαν σαν παμπάλαια τσιμπιδάκια. Τη βοήθησε αρκετά και η Στέλλα. Πολύ τη βοήθησε η Στελλίτσα της. Της απαγόρευσε να λείπει από το μαγαζί και της φόρτωσε τα δυσκολότερα ραντεβού και τις πιο στριμμένες πελάτισσες, επίτηδες για να ξεχνιέται, κι όταν έφευγαν αυτές και ο χώρος άδειαζε τον ξαναγέμιζαν με ατελείωτα, λυτρωτικά κουβεντιάσματα.

 

- Αφού φαινότανε από την αρχή πως ο τύπος δεν ήταν σόι.

- Σόι ήταν και μάλιστα τρανό.

- Αυτό τον μάρανε τον βρωμομεσσήνιο. Φαινότανε σε λέω, σκάρτο πράμα.

- Από πού φαινόταν, αφού δε φαινόταν;

- Επειδή δε φαινόταν, φαινόταν.

- Ορίστε;

- Άμα θέλει να σε δει ο άλλος Ρίτσα μου, έρχεται και από την άκρη του κόσμου. Ωκεανούς κολυμπά, ρουφήχτρες ρουφά, σκίζει ουρανούς, παλεύει με θεριά, αναμετριέται με δαίμονες κι αγγέλους, άθλους κάνει προκειμένου να σε δει.

- Νηλέα τον λέγαν, όχι Ηρακλή.

- Άμα έχεις όρεξη για αστεία είμαστε σε καλό δρόμο, όμως αυτό που σε λέω είναι σοβαρό. Αύγουστο σε γνώρισε και αξιώθηκε να σε ξανασυναντήσει Δεκέμβρη. Καμαρώστε λαχτάρα.

- Άμα δε με λαχταρούσε, γιατί με έστελνε τόσο ωραία ποιήματα;

- Ποιός τον ξέρει; Τζάμπα και τη φήμη ο άθλιος, τιμόνι καλαματιανό σου τραγουδάει ο άλλος. Τούτος μωρέ, ούτε την πόρτα του αυτοκινήτου δεν ξεκλείδωσε για να μπει μέσα και να βάλει μπρος. Σηκώθηκες και πήγες εσύ, τέτοιον ιπποτισμό ο γάιδαρος!

- Μη με τα θυμίζεις και θλίβομαι.

- Να θλίβεσαι και να στα θυμίζω για να βάζεις μυαλό. Αν άκουγες από την αρχή θα είχε έρθει νωρίτερα το τέλος και δεν θα παιδευόσουν/μουν για μήνες. Και πάνε να σκουπίσεις τώρα, γιατί όσο δεν δουλεύεις μαραζώνεις και θα έρθει σε λίγο καινούργια πελάτισσα. Μη σε δει έτσι. Άντε.

- Ήρθε.

- Κιόλας;

- Ήρθε που σε λέω, να τη να. Αυτή θα είναι που κοιτάζει, κοίτα… κοίτα το καλαματιανό της το κεφάλι, πας στοίχημα;

- Ποιό στοίχημα βρε Ρίτσα;

 

- Στάσου και θ’ ακούσεις. Καλησπέρα σας.

- Καλησπέρα σας, εδώ είναι της Ρίτσας;

- Εδώ είναι, το γράφει και η μαρκίζα, που έπρεπε ίσως να την είχαμε κάνει μεγαλύτερη για να διευκολύνεστε κι εσείς, αλλά θα χαλούσε η αισθητική της βιτρίνας.

- Γιατί να την κάνουτε μεγαλύτερη, μια χαρά είναι έτσι.

- Πώς είναι μια χαρά, αφού δεν την είδατε;

- Είναι που έχω τις πρεσβυουπίες μου εγώ, δε φταίγουτε εσείς.

- Πάλι καλά.

- Η Φωτούλα η Λιακοπούλου είμαι που έχω κλείσει ραντεβού για πάτημα.

- Σταφύλι είστε ή πουκάμισο;

- Τί λέτε; Στο μαλλί θέλω πάτημα, να ισιώσει.

- Περάστε στο λουτήρα και πείτε μας έτσι για αρχή, γιατί έχουμε εδώ πέρα μια συζήτηση και ήρθατε πάνω στην ώρα, είστε μέσα από την Καλαμάτα ή από κανένα έξω χωριό;

- Από του Ψάρι είμαι.

- Ωραιότατα, θα κάνετε παρέα και με το Νικόλα.

- Ποιό Νικόλα;

- Το ψάρι.

 

- Αυτούνο εκεί στο ντουλαπάκι;

- Το ενυδρείο θα λέτε…

- Πώς με καταλάβατε ότι είμαι από κάτου;

- Το φωνάζει η φύτρα σας, κοιτάξτε εδώ.

- Ναι…

- Αυτή εδώ η βοϊδογλειψιά, αυτό το πράγμα που όταν πάρω τη βούρτσα να το συνεφέρω θα μου χορέψει τα νεύρα καλαματιανό και θα μου ανεβάσει πίεση δεκαοχτώ, αυτό εδώ λέει σε όλους ότι είστε Καλαματιανή.

- Η φύτρα το λέει;

- Η φύτρα το λέει και ένας δάσκαλος μεγάλος που μας μάθαινε κομμωτική με τη φίλη μου την Ελενίτσα, κάτι ωραίες εποχές.

- Ρίτσα σταμάτα, δε τη νοιάζει τη γυναίκα.

- Τη νοιάζει και την καίει, χρήσιμα πράγματα μαθαίνει. Έχει κάνει η Ελένη ένα κομμωτήριο στο Κολωνάκι, μούρλια. Άμα πάτε στην Αθήνα να περάσετε.

- Θα κατέβουμε και στην Αθήνα, αλλά πρώτα πρέπει να τελειώσουμε με τις δουλειές μας εδώ. Είναι λαδέμπουρας ο σύζυγος, ξέρετε…

- Ξέρουμε που να σας ξεραθούν και τα περβόλια και οι ελιές, ξέρουμε…

απάντησε βιαστικά η Στέλλα, απομακρύνοντας άρον – άρον από τον χώρο τη Ρίτσα, μην υποτροπιάσει. Δεν είχε πατήσει ποτέ πόδι ψάλλοντας﷽ιφάνεια του ενυδρείου που πελοποννησιακό εκεί μέσα και βρήκε την ώρα.

 

Ανέλαβε η ίδια να λούσει την πελάτισσα. ψάλλοντας﷽ιφάνεια του ενυδρείου που ίδια Την πέρασε και μπόλικο μαλακτικό για να τιθασεύεται εύκολα το μαλλί κι έπειτα ξεκίνησε να τη στεγνώνει. Πέρασαν τρία τέταρτα της ώρας για να φτάσει να επιβεβαιώσει κάθε λεγόμενο της έμπειρης αφεντικίνας της.

 

- Κυρία Λιακοπούλου μου, να υποθέσω ότι το θυμάστε το δημοτικό.

- Και το Γυμνάσιο, και το Λύκειο θυμάμαι.

- Το τραγουδάκι το δημοτικό.

- Ποιό από όλα;

- Εκείνο που λέει, σαν πας στην Καλαμάτα και ‘ρθεις με το καλό

- …φέρε μου ένα μαντήλι να δέσω στο λαιμό

- Να το φέρνετε λοιπόν το μαντηλάκι, να το δένετε και στο κεφάλι, να πατικώνει και τη φύτρα που έχω πάθει τενοντίτιδα πια να προσπαθώ να την ορίσω. Αλλού την στρίβω εγώ να πα, κι αλλού αυτή πηγαίνει.

- Ας επιμείνετε λιγάκι, για τρίχες μιλάμε, γίνεται να είναι ισχυρότερες από εσάς…

 

…ήχησε ρητορικό το μεσσηνιακό ερώτημα, απολύτως εναρμονισμένο με τους μελωδικούς φθόγγους από την επιφάνεια του ενυδρείου που ψέλνανε κυματιστά «ο επιμένων νικά».

 

 

Αν το όνομά σου τελειώνει σε – οπούλου

 

 Κάνε Like στο Notis Haute Coiffure

 
 και κέρδισε ένα χτένισμα της αρεσκείας σου από τα χεράκια της Ελένης, της φίλης της Ρίτσας.

 

Η νικήτρια θα κληρωθεί αφού συγκεντρωθούν 50 οπούλες... το όνομά της θα το ανακοινώσουμε στη στήλη μας.

 

 

Close