5 σοφά αποσπάσματα από το Χαρούκι Μουρακάμι

5 σοφά αποσπάσματα από το Χαρούκι Μουρακάμι

Ο Χαρούκι Μουρακάμι γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου του 1949 και είναι πολυβραβευμένος σύγχρονος Ιάπωνας συγγραφέας και μεταφραστής. Το έργο του έχει περιγραφεί ως προσιτό και ταυτόχρονα ιδιαίτερα πολύπλοκο. Σπούδασε θεατρικές τέχνες σε πανεπιστήμιο του Τόκιο, ενώ η πρώτη του δουλειά ήταν σε ένα δισκάδικο. Από την παιδική του ηλικία φαίνεται να επηρεάστηκε βαθιά από τη δυτική κουλτούρα, κυρίως από τη δυτική μουσική και λογοτεχνία. Μεγάλωσε διαβάζοντας μια σειρά από έργα Αμερικανών συγγραφέων όπως ο Κουρτ Βόνεγκατ και ο Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν και ξεχωρίζει από άλλους Ιάπωνες συγγραφείς για τις δυτικές του επιρροές. Η τεράστια επιτυχία του μυθιστορήματός του Νορβηγικό Δάσος (1987) τον έκανε διάσημο στη χώρα του. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Το 2006 απέσπασε το Βραβείο Φραντς Κάφκα, ενώ το 2009 το Βραβείο Ιερουσαλήμ.

 

5 σοφά αποσπάσματα από το Χαρούκι Μουρακάμι

«Ποτέ δε μπορώ να πω αυτό που θέλω… Προσπαθώ να πω κάτι, αλλά οι λέξεις που βρίσκω είναι όλες λάθος – λάθος ή και ακριβώς αντίθετες απ’ αυτές που θα ’θελα. Προσπαθώ να διορθώσω τα λόγια μου, αλλά τα κάνω χειρότερα….Λες και είμαι χωρισμένη στα δύο και παίζω κρυφτό με τον εαυτό μου ή κυνηγητό κι ο μισός εαυτός μου κυνηγάει τον άλλον μισό γύρω απ’ αυτόν τον χοντρό ψηλό στύλο. Ο άλλος μισός μου εαυτός έχει τις σωστές λέξεις. Όμως ο εαυτός μου δεν μπορεί να τον πιάσει…»

(Νορβηγικό Δάσος, 2000)

 

«Εδώ λοιπόν, σ’ αυτό το σκοτάδι με την παράξενη σπουδαιότητά του, οι αναμνήσεις μου άρχισαν ν’ αποκτούν μια δύναμη που δεν είχαν ποτέ πριν. Οι αποσπασματικές εικόνες που αναβίωναν μέσα μου ήταν κατά μυστήριο τρόπο πολύ ζωηρές και λεπτομερείς, σε σημείο που να νομίζω ότι θα μπορούσα να τις αγγίξω με τα χέρια…»

(Το κουρδιστό πουλί, 1995)

 

«Σηκώνω το βλέμμα μου στον ουρανό, μπας κι ανακαλύψω κάτι εκεί πάνω που να θυμίζει καλοσύνη, αλλά πού. Το μόνο που βλέπω είναι αδιάφορα σύννεφα που παρασύρονται προς τον Ειρηνικό. Και δεν έχουν τίποτα να μου πουν. Τα σύννεφα είναι πάντα λιγομίλητα. Πιθανώς να μην έπρεπε να τα κοιτάζω. Αυτό που θα έπρεπε να κοιτάζω, υπάρχει μέσα μου. Σαν να καρφώνεις τη ματιά σου κάτω σ’ ένα βαθύ πηγάδι. Υπάρχει καθόλου καλοσύνη εκεί μέσα; Όχι, το μόνο που βλέπω είναι η ίδια μου η φύση. Η ατομική, πεισματάρικη, ακοινώνητη, συχνά εγωκεντρική φύση μου, που πάντα αμφισβητεί τον εαυτό της -και που όταν εμφανίζεται ένα πρόβλημα, προσπαθεί να βρει κάτι αστείο, ή κάτι που να μοιάζει μ’ αστείο στην όλη κατάσταση. Κουβαλάω εδώ και καιρό αυτό τον χαρακτήρα, σαν παλιά βαλίτσα, σ’ ένα μακρύ, σκονισμένο μονοπάτι. Δεν την κουβαλάω επειδή μ’ αρέσει. Το περιεχόμενό της παραείναι βαρύ, και δείχνει φτηνιάρικη, κι έχει γεμίσει μπαλώματα. Φαντάζομαι ότι την κουβαλάω μαζί μου, επειδή εξ αρχής δεν είχα τι άλλο να κουβαλήσω. Κι όμως υποθέτω ότι έχω δεθεί μαζί της. Όπως θα περίμενε κανείς»
(Για τι πράγμα μιλάω, όταν μιλάω για το τρέξιμο, 2007)

 

«Και όταν η καταιγίδα τελειώσει, δεν θα θυμάσαι καν πώς κατάφερες να επιβιώσεις. Δεν θα είσαι καν σίγουρος ότι έχει τελειώσει. Αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο: όταν βγεις από την καταιγίδα δεν θα είσαι ο ίδιος άνθρωπος με αυτόν που μπήκε. Και αυτό είναι το νόημα της καταιγίδας…»

(Ο Κάφκα στην Ακτή, 2005)

 

»Kοιτάζω τα κτίρια που απλώνονται αντικριστά στις σιδηροτροχιές και αναρωτιέμαι ποιό παράθυρο να είναι δικό της. Σκέφτομαι τη θέα από εκείνο το παράθυρο και προσπαθώ να καταλάβω που θα μπορούσε να ήταν. Αλλά δε μπορώ ποτέ να θυμηθώ. Ίσως να μη μένει πιά εκεί. Αλλά αν μένει, μάλλον θα ακούει ακόμα εκείνο τον ίδιο δίσκο του Burt Bacharach από την άλλη πλευρά του παραθύρου της. Θα έπρεπε να έχω κοιμηθεί μαζί της; Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα αυτού του διηγήματος. Η απάντηση με υπερβαίνει. Ακόμα και τώρα, δεν έχω ιδέα. Υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν τα καταλαβαίνουμε ποτέ, όσα χρόνια κι αν αφιερώσουμε, όση εμπειρία κι αν συγκεντρώσουμε. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να κοιτάζω από το τραίνο ψηλά στα παράθυρα των κτιρίων εκεί που μπορεί να είναι και το δικό της. Το καθένα από αυτά θα μπορούσε να είναι το δικό της παράθυρο, μου φαίνεται κάποιες φορές, κι άλλες φορές σκέφτομαι ότι κανένα από αυτά δεν μπορεί να είναι το δικό της. Απλά υπάρχουν τόσο πολλά από αυτά.»

(Ο Ελέφαντας εξαφανίζεται, 1993)

 

 

 

 

Διαβάστε επίσης

Close