Στράτης Μυριβήλης: Αποσπάσματα από τα κορυφαία έργα του σπουδαίου λογοτέχνη

Στράτης Μυριβήλης: Αποσπάσματα από τα κορυφαία έργα του σπουδαίου λογοτέχνη

Μία μέρα σαν σήμερα, 30 Ιουνίου του 1892, γεννιέται στην τότε τουρκοκρατούμενη Συκαμιά της Λέσβου, με το όνομα Ευστράτιος Σταματόπουλος. Παρ’ότι ήταν μέτριος μαθητής κατά τη φοίτησή του στο γυμνάσιο της Μυτιλήνης, ήρθε σε έντονη επαφή με τη λογοτεχνία και τα γράμματα, με αποτέλεσμα να αποφοιτήσει από τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και να εργαστεί ως δημοσιογράφος.

Έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, αλλά το 1913 κατά τη Μάχη του Κιλκίς, τραυματίστηκε σοβαρά και επέστρεψε στην πατρίδα του που είχε πλέον απελευθερωθεί. Δύο χρόνια αργότερα, κυκλοφορεί και το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο «Κόκκινες Ιστορίες». Ακολουθεί η εκ νέου στράτευσή του κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η έκδοση του μεγαλύτερου ίσως έργου του, «Η Ζωή εν Τάφω».

Ο Στράτης Μυριβήλης τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας το 1949 και προτάθηκε τρεις φορές για το Νόμπελ. Στις 19 Ιουλίου του 1969, πεθάινει ύστερα από μακροχρόνια ασθένεια, σε ηλικία 78 ετών. Άφησε πίσω του μια σειρά από αριστουργήματα, που διαβάζονται ως σήμερα και πολλά από αυτά έχουν μεταφερθεί και στη μικρή οθόνη.

Ακολουθούν μερικά αποσπάσματα από τα κορυφαία έργα του, τα οποία μας «άγγιξαν» περισσότερο ..

Η Ζωή εν Τάφω ( Ο λόφος με τις παπαρούνες)

Είναι και μια μέρα χαρούμενη μέσα στις άσκημες μέρες της πορείας. Μια μέρα γαλάζια και κόκκινη, με ανοιξιάτικον ουρανό, γεμάτη μαβιά μάτια, κόκκινα αγριολούλουδα και αργά μελαγχολικά τραγούδια.

Ήταν ένας λόφος άλικος από τις παπαρούνες. Ξεκουραζόταν ένα Ρούσικο Σύνταγμα, που τραβούσε κι αυτό για το μέτωπο. Εκεί μας σταματήσανε κ’ εμάς. Είχε νερό μπόλικο και πρασινάδα εκεί δίπλα. Στήσαμε πυραμίδες τα όπλα και φάγαμε κοντά τους. Μας σίμωσαν κάτι μεγαλόσωμα παλικάρια με τριανταφυλλιά μάγουλα, με χοντρές μπότες και μπλούζες παιδιάτικες δίχως κουμπιά. Τα πηλίκιά τους είχαν κεραμίδι στενούτσικο.

— Γκίρτς;

— Γκίρτς.

— Κριστιάν;

— Κριστιάν.

— Ορτοντόξ;

— Ορτοντόξ.

Μας δεχτήκανε με χαρές σχεδόν παιδιάτικες. Γελούσανε, και μεις γελούσαμε, μας χάριζαν κονσέρβες, σουγιάδες. Με τα μεγάλα τους χέρια μάς χτυπούσανε στην πλάτη. Τραβούσανε και μας δείχναν από την τραχηλιά τους χρυσά, σιντεφένια σταυρουδάκια και φυλαχτάρια κρεμασμένα με αλυσιδίτσες. Σταυροκοπιόντανε με τον ορθόδοξο τρόπο.

— Κριστιάν! Κριστιάν!

Φάγαμε μαζί, κουβεντιάσαμε ώρες δίχως να καταλαβαίνει γρι ο ένας απ’ τη γλώσσα τ’ αλλουνού. Όμως συνεννοηθήκαμε περίφημα. Η αγάπη κ’ η όχτρα έχουνε διεθνή γλώσσα.

Βρήκα κ’ ένα νεώτατον αξιωματικό, λεπτοκαμωμένο σαν κορίτσι, με μεγάλα γυαλιά και γελαζούμενα χείλη, που θυμόταν απ’ το σκολειό του μερικά αρχαία, τσάτρα-πάτρα. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά σαν του καλαμποκιού, είχε κ’ ένα χρυσό μουστακάκι.

— Ημείς ρούσιαν λίαν Έλληνες αγαπώμεθαν! Οδησσόν λίαν Έλληνες! Λίαν!

Πήρε ύφος και μου απάγγειλε κάτι αλαμπουρνέζικα, που, όπως με βεβαίωσε ήταν Όμηρος από το πρωτότυπο. Κατόπι κάμανε μια μεγάλη χορωδία και μας τραγούδησαν λαϊκά τραγούδια. Καμπόσοι τα κομπανιάριζαν με κάτι μακριές μπαλαλάικες που τις σήκωναν στη ράχη σταυρωτά με το ντουφέκι τους. Δεν κατάλαβα τα λόγια των τραγουδιών, μα σίγουρα θα μιλούσαν για ένα δάσος χιονισμένο, για ένα χωριό χιονισμένο, που οι μπουχαρίδες των καλυβιώ του θυμιάζουνε γαλάζιον καπνό μέσα στον παγωμένον αγέρα. Ξανθιές γυναίκες με χοντρές πλεξούδες κάθουνται πίσω απ’ τα κλειστά τους τζάμια, με το λευκό κούτελο ακουμπισμένο στο γυαλί. Σκουπίζουν αργά με το δάχτυλό τ’ αχνισμένο τζάμι και βλέπουνε στα χαμένα, μακριά, μακριά, το ρούσικο κάμπο που δεν τελειώνει παρά στα ουρανοθέμελα. Μέσα στην απέραντη πλατωσιά, ένα μονοπάτι χαραγμένο στο χιόνι από τα έλκηθρα. Ένα μονοπάτι που πήρε τα παλικάρια του χωριού και τα πήγε μακριά, μακριά, πέρα από τα σταχτιά ουρανοθέμελα. Ίσως και πέρα απ’ τη ζωή.

Οι μορφές των τραγουδιστάδων ήταν σοβαρές, τα παιδιάτικά τους τα σλάβικα μάτια βούρκωναν. Σαν τέλειωσαν το τραγούδι μείναμε πολλήν ώρα ακίνητοι μαζί τους, ταξιδεύοντας πάνω στα φτερά της μουσικής, που ενώνει τις καρδιές, γιατ’ είναι η γλώσσα τους η πανανθρώπινη.

Σαν κάμαμε τις τετράδες για να φύγουμε, οι Ρούσοι βάλανε παπαρούνες μέσα στις μπούκες των τουφεκιώ μας. Ήτανε σα μια παράξενη λιτανεία με ατσαλένιες λαμπάδες, που στην κορφή τους άναβε η πιο χαρούμενη φλόγα.

— Αντίο! Αντίο!

Ο πολύ νέος αξιωματικός πετά το καπέλο του, λυγερός, σχεδόν διάφανος μέσα στο φως.

— Χαίρε, λίαν, Έλληνες! Χαίρε!

Πόση αγάπη υπάρχει στον κόσμο! Άφθονη σαν ποτάμι που χύνεται μέσα σ’ έναν κάμπο. Ανθισμένη σαν ένας λόφος κόκκινος από τις παπαρούνες, που σε φωνάζουνε να τις κόψεις. Δεν έχεις παρά να σκύψεις να τις κόψεις.

 

Το Γαλάζιο Βιβλίο (Το Πρωτότοκο της Γης)

Πέρασαν μέρες, πέρασαν βδομάδες, πέρασαν μήνες, από τότε που ο Σαμπάωθ οργίστηκε και έδιωξε μέσα από τον παράδεισο το ζευγάρι των πρωτόπλαστων ανθρώπων. Νέους κόσμους έκανε, παλιούς κόσμους χαλούσε, να χορτάσει τη χαρά της δημιουργίας ο ωκεάνιος νους του και η φλογερή του καρδιά. Ήθελε να τους ξεχάσει τους δυο καταραμένους, έκανε κι όλας πως δεν τους συλλογιότανε πια, πως δεν τον έμελλε το πού βρίσκονται και πώς τα περνούν. Όμως ο νους του, ολοένα και πετούσε κατά ‘κείνους… Πατέρας!

Ο Σαμπάωθ είπε επίσημα:

 

– «Ευλογημένη να είναι ετούτη η μέρα της συγχώρεσης, η μέρα του γυρισμού, να λογαριαστεί σαν μια ακόμη μέρα μέσα στις 7 της δημιουργίας, γιατί σήμερα δημιούργησα τη συγχώρεση. Σηκώνω την αμαρτία από πάνω σας, θα σας κάνω πάλι αγνούς κι ανήξερους σαν τα πουλιά, θα σας κάνω άγιους σαν τους αγγέλους, αθώους όπως ήσασταν πριν δαγκώσετε το μήλο της αμαρτίας και δείτε τη γύμνια σας.» 
– «Όχι αυτό, έλεος, πατέρα, βόγγησαν απελπισμένοι οι δυο άνθρωποι. Αν αληθινά απόμεινε μέσα στην καρδιά σου μια στάλα έλεος για μας, άφησε μας να φύγουμε πίσω, πανάγαθε. Άφησέ μας στο αμάρτημα που έγινε ο πλούτος της ζωής μας. Άφησέ μας στην γνώση του καλού και του κακού που έγινε η πικρή σοφία μας. Άφησέ μας στην γύμνια μας που έλυσε την μοναξιά του κορμιού μας. Συμπάθησέ μας, Κύριε, που κάναμε έναν νέο παράδεισο την κατάρα σου. Βρήκαμε την νέα μας Εδέμ στον έρωτα και στη δημιουργική δουλειά. Μέσα στα δολερά λόγια του φιδιού ήτανε μια νέα αλήθεια.» 
– «Κι ο θάνατος, τρελά παιδιά; Λησμονήσατε το θάνατο, που σέρνεται σαν το φίδι πίσω από τα βήματά σας απ’ τη μέρα που χάσατε τον παράδεισο.’
– «Με τον έρωτα τον νικήσαμε και το θάνατο, Κύριε.»

 

Η Εύα σήκωσε στα δυο της χέρια το δέμα που ‘σφιγγε ως εκείνη την ώρα στο στήθος της. Μέσα στην αρκουδοπροβιά σάλεψε το μικρό τριανταφυλλίσιο σωματάκι ενός παιδιού. Μέσα από το πρόσωπό του χαμογελούσαν όλοι οι αγγέλοι του χαμένου παραδείσου. 

«Ευλόγησέ το, Πατέρα»

Ήτανε το πρώτο παιδί της γης…

 

Η Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια

 

Η Σαπφώ αφήνεται στην αγκαλιά του, πιάνεται από το λαιμό του με το χέρι που σφίγγει τα καβούρια, δένεται πάνω του με το μπράτσο της και σιγά – σιγά ξαμολάει το κλαδί της αγριοσυκιάς.

  Ο Λεωνής την κρατά σφιχτά με το ζερβί του πάνω στο στήθος, κατεβαίνει πολύ αργά, με προσοχή. Δοκιμάζει πρώτα καλά την κάθε προεξοχή του βράχου, πριν πατήσει απάνω με όλο του το βάρος. Ένα κύμα καυτερό τόνε γλύφει όλον, στα μηλίγγια του βαράνε σφυριές. Όλα είναι πράσινα μπροστά στα μάτια του, ένα ρευστό πράσινο που τρέχει. Ένας καταρράχτης από φύλα που θροούν και χύνουνται σε βάραθρο.

  Ακούει το νερό σα να γουργουρίζει βαθιά μέσα στο καύκαλό του. Νιώθει το ζεστό κορμί της να τόνε τυλίγει σαν κισσός. Μεστό, λυγερό και ντελικάτο. Νιώθει στο πρόσωπο τη γλυκιά ζεστασιά των στέρεων κόρφων, που ζουλιούνται πάνω στο μάγουλό του, κ’ η ευωδιά τους τόνε ζαλίζει. Σα νάχει το πρόσωπό του ολόκληρο χωμένο μέσα σ’ ένα πελώριο τριαντάφυλλο. Ακούει την καρδιά της που χτυπά δυνατά κάτ’ από τη λεπτή μπλουζίτσα, και θαρρεί πως είναι η δική του καρδιά. Τα αίματά τους ορμούν ενάντια, αντιχτυπιούνται, βροντάνε τον ίδιον άγριο ρυθμό, σα να συγκοινώνησαν ξαφνικά οι αρτηρίες τους. Μια αίσθηση τρομερή, βίαια ευτυχισμένη, που φτάνει ως τον πόνο.

  Σαν πάτησε χάμω δεν την άφησε. Ξαμόλησε μόνο το μπαστούνι να κρέμεται στην αγριόριζα κ’ έσφιξε γύρω στο κορμί της και τ’ άλλο του το μπράτσο. Τήνε κράτησε έτσι σαν ένα παιδί, σαν ένα θησαυρό. Την έσφιξε στην αγκαλιά σαν ένα λάφυρο. Έσκυψε στο πρόσωπό της έξαλλος, έσκυψε πολύ κοντά, πάνω από τα χρυσά μάτια της. Και τα βρήκε να τον κοιτάνε από κάτω, όπως κοιτάνε τα μάτια των αρρώστων μες από το βύθος της θέρμης. Η ματιά του μπήκε μέσα της, αρσενική και βάρβαρη. Είταν η αστραψιά της τρέλας του, κυκλοφόρεσε μονομιάς μέσα της. Πήγε κ’ ήρθε ο σπασμός ως τα ακρότατα των νεύρων της. Ένα γλυκό ρίγος τη συντάραξε σύγκορμη, και σφίχτηκε σπασμωδικά πάνω του με όλη της την ύπαρξη.

  Τότες αυτός γύρισε τα μάτια του ένα γύρω, σαν ένα αγρίμι που γυρεύει καταφύγι για να σπαράξει το θύραμά του. Είδε τις πυκνές τούφες της φτέρης, την πήγε βιαστικά εκεί, την απόθεσε προσεχτικά πάνω στο παχύ στρώμα της πρασινάδας, που τσακίστηκε και μύρισε βαριά κατ’ από τα γόνατά του, και την έκαμε δική του μ’ έναν τρόπο βίαιο, σχεδόν εχθρικό.

  Τα μάτια της βασίλεψαν κάτω από τα βαριά ματόκλαδα, τα δάχτυλα ξαμόλησαν λίγο – λίγο το μαντίλι με τα καβούρια.

  Αυτά ξαπολύθηκαν μονομιάς, ξελευτερωμένα, σκορπίστηκαν όλα μαζί μ’ ένα χαρούμενο χαρχάλεμα μέσα στα χόρτα και μέσα στις πέτρες, χυμώντας πίσω κατά το ρέμα τους, με τις κουτσουρεμένες τους δαγκάνες όρθιες…

 

 

Το πράσινο βιβλίο (Τοπίο)

 

Η έρημη κοιλάδα από πολλήν ώρα περίμενε το φεγγάρι. Να ‘ρθει να γεμίσει τη μοναξιά της.

Ήταν μια κοιλάδα στενόμακρη και σπανή, κατοικημένη από ίσκιους χωρίς έκφραση, που σάλευαν μονότονα και νωθρά, σπρωγμένοι από το φως που τους ζωντάνευε τις σύντομες στιγμές που περνούσε πάνω από τούτο το βαθύ στενάδι. Από τη μια κι από την άλλη έκλειναν τον ορίζοντα δυο αράδες σκυφτά χαμοβούνια από σκουριασμένη ασβεστόπετρα. Σαν γιγάντια προκατακλυσμικά πρόβατα με ακάθαρτο μαλλί, που πέτρωσαν κι απόμειναν εκεί μαρμαρωμένα, το ‘να πίσ’ από τ’ άλλο, με τη μούρη ακουμπισμένη στη γης. Κάποτε θα ‘τρεχε εδώ νερό κι όλα τούτα θα παρηγοριούνταν, αποξεχασμένα να το βλέπουν να κινείται ολοζώντανο και να τραγουδά στο μάκρος της κοιλάδας.

Μπορεί κιόλας να φύτρωνε πλάι στο ρέμα τρυφερή χλόη και ταπεινά λουλούδια με λογής χρώματα. Τώρα δεν απόμειναν παρά ένα στρώμα γαλαζωπά χαλίκια, που είχανε ξεχάσει πια το δροσερό χάιδι που τα στρογγύλευε χρόνια.

Έτσι, όλα περίμεναν από πολλήν ώρα το φεγγάρι. Και το φεγγάρι ήρθε. Στην αρχή ψήλωσε το χρυσό φρύδι του πίσ’ από το χαμοβούνι, ν’ αγναντέψει τι γίνεται. Κατόπι σιγά σιγά, σερνόμενο, ανέβηκε στη ράχη. Στάθηκε μια στιγμή ακουμπισμένο εκεί, κατόπι αψήλωσε ανάλαφρα και σηκώθηκε μετέωρο, λαμπρό.

Όσο αψήλωνε, κυνηγούσε τους ίσκιους, που ζωντάνεψαν κι έφυγαν τρομαγμένοι, ώσπου άδειασαν την κοιλάδα, που στο τέλος γιόμισε φεγγάρι. Το κρύο φως έτρεχε από παντού, καταρράχτης από σιωπή. Χυνόταν από τις άσπρες πλαγιές δίχως αφρούς και παφλασμό, δίχως ήχο, παχύ και διάφανο σαν το λάδι. Έτσι σκέπασε κάτω από το χρυσό τέλμα του το στενό κάμπο, τ’ αδειανά φαράγγια, τις οξυές και τις λίγες ατροφικές πιπεριές που είχανε κρεμασμένα τ’ ανάρια μαλλιά τους στο μάκρος της σιδεροδρομικής γραμμής.

Αυτές οι ράγες βγαίνανε, δίδυμη μονοτονία, πίσω από το πρώτο χαμοβούνι, σερνότανε σ’ όλο το μάκρος μέσα στην κοιλάδα, ώσπου πήγαιναν και χάνονταν μέσα στο μαύρο στόμα του τούνελ που τις κατάπινε. Το φεγγάρι τις υπογράμμιζε σε μερικές μεριές ή τις γάνωνε με ψεύτικη επαργύρωση. Πήγαιναν ολοένα μαζί, ζευγαρωμένες η μία πλάι στην άλλη, πάντα στην ίδιαν απόσταση. Φαίνονταν αποφασισμένες να παρασταίνουν αιώνια το αξίωμα των «δυο παραλλήλων που δεν συναντιώνται», περιμένοντας με υπομονή ένα σιδεροδρομικό δυστύχημα για να διαψεύσουν τη γεωμετρία σμίγοντας επιτέλους.

Τώρα όλα αυτά ακινητούσαν στο βυθό της φεγγαρολίμνης, βουλιαγμένος ονειρόκοσμος. Όπου ένα μικρό, αόρατο έντομο βάλθηκε να τρίζει τα έλυτρά του κάτω από μια πέτρα.

Ήτανε μια πέτρα μικρή ίσαμε μια γροθιά. Μέσα στο φως της ημέρας θα ήτανε γαλάζια, λουλακιά γαλάζια, με μια κόκκινη φλέβα στην καρδιά, ψιλή σα μια μεταξωτή τρίχα. Κανένα τριζόνι θα ‘τανε, που το ζούληξε θανάσιμα το μαλακό βάρος της φεγγαρίσιας σιωπής, και πήγε να την πριονίσει με το μικρούτσικο δοξάρι του.

Δοκίμασε ένα μοτίβο παλιό όσο και η πλάση του Θεού. Μια νότα ψιλή ψιλή και σουβλερή. Όμως η σιωπή πύκνωσε το φωτερόν ωκεανό της γύρω του ακόμα περισσότερο. Τότες το μαμούδι σταμάτησε το τρέμολό του ένα δυο φορές ταραγμένο, κατόπιν ξανάρχισε δειλά χωρίς κέφι, έκανε ακόμα δυο τρίλιες και σώπασε τρομαγμένο. Τελεία. Έτσι η σιωπή ακούστηκε ολομόναχη, ολόκληρη, να κρατεί κάτω από τα μάγια της όλα τα πράγματα. Τίποτα δεν τολμούσε ν’ αναπνεύσει μην την ταράξει.

Ξαφνικά μια βίαιη ταραχή έσεισε τον ακίνητον αέρα, συντάραξε το τελματωμένο φεγγαρόφωτο, ως το βυθό. Ένα βουερό κύμα από ήχο κυλιόταν κι ερχόταν από μακριά. Βιαστικό κατρακυλούσε κι ολοένα φούσκωνε και δυνάμωνε κατά δω, πίσω από τα γονατισμένα βουνά. Όλα τα πάντα τέντωσαν την προσοχή τους ως την οδύνη. Ήταν μια έντρομη ελπίδα του «τι θα γίνει τώρα», του «κάτι θα γίνει τώρα», κάτι «θα τολμήσει να γίνει». Ένα ρίγος πέρασε πάνω από τις σιδερένιες ράγες και τότες όρμησε πίσω από το γύψινο χαμοβούνι το τρένο.

Χίμηξε μέσα στην κοιλάδα, ασυγκράτητο τέρας, οργισμένο από τη φοβερή δύναμη που βόγγαγε κλεισμένη στα ατσαλένια σπλάχνα του και το ‘κανε να τρέμει σύγκορμο. Πιλαλούσε αγκομαχώντας πάνω στο σιδερένιο του δρόμο, και με τα κυρτά μάτια του κοίταζε με λύσσα, όλο μπροστά του. Ήταν ένας δράκοντας που έφτυνε βραστό σάλιο. Βρουχιότανε κι έτρεχε, ξεφυσούσε σπίθες και κόκκινες φλόγες από τα ρουθούνια, και το σώμα του ήταν μακρύ, χωρισμένο σε χοντρούς σπόνδυλους, σαν πελώριο προκατακλυσμιαίο έντομο.

Η κοιλάδα συνταράχτηκε από τον αχό και τον αντίλαλο. Το φεγγάρι βούλιαξε μέσα στους καπνούς, τα χαμοβούνια τρέμανε και οι άρρωστες φυλλωσιές των παραταγμένων δέντρων σάλεψαν βίαια στο πέρασμά του. Πήγαν κι ήρθανε με τη λικνιστική κίνηση που κάνουν τα ενάλια φυτά, όταν ένα τέρας του βυθού περάσει σύρριζα, σαρώνοντας με τις δυνατές φτερούγες το βαρύ νερό.

Οι αδειανές λαγκαδιές ξαναβρήκαν τις χαμένες φωνές τους κι αλάλαξαν δοξαστικά πίσω από το τρένο που διάβαινε, τρέμοντας από δύναμη. Όμως εκεί στην άκρη ήταν πάντα διάπλατα ανοιχτό το μαύρο στόμα του τούνελ, που ούτε το φεγγάρι δεν τόλμησε να προχωρέσει εκεί μέσα. Αυτό, σιωπηλό πάντα, σκοτεινό, διάπλατα ανοιχτό, δεν περίμενε τίποτ’ άλλο παρά το τρένο. Το ρούφηξε, το κατάπιε και πάει.

Την ώρα που χανόταν μέσα στον μαύρο καταπιόνα του, το τρένο πάτησε μια τσιριξιά τραγική. Ήταν ένας ολολυγμός μακρύς, ξεσυρτός, που ολοένα αδυνάτιζε, και σκόρπισε τη φρίκη μέσα στην κοιλάδα. Τούτη τη φωνή τη φοβερή την ξανάσυρε κατόπι του όλη η κοιλάδα. Την πήρανε όλες οι λαγκαδιές και την ξανά ‘πε η μια στην άλλη, την αναστέναξαν όλα τα χαμοβούνια, ώσπου ξεψύχησε πολύ μακριά το μοιρολόι τους. Έτσι όλα μπόρεσαν και κλάψανε τον δικό τους καημό με τούτο τον ξένο θρήνο.

Αυτό. Κατόπι όλα τα πάντα ξαναβούλιαξαν στη σιωπή και την ακινησία τους. Όλοι οι αχοί κατάκατσαν, όλες οι ελπίδες έσβησαν. Και το φεγγάρι άπλωσε πάλι πάνω τους την ακύμαντη λίμνη της φωτερής του λάσπης. Μέσα στον αέρα πλανήθηκε για λίγο θλιβερή η μυρουδιά της ζεστής στάχτης που κρύωσε και διαλύθηκε. Ο ύπνος κάθισε πάνω σε όλα. Βαρύς, ακίνητος, σαν αρρώστια που ναρκώνει και μαραζώνει. Οι πιπεριές, οι οξυές αποκοιμήθηκαν όρθιες, ριζωμένες ισόβια μέσα στη γη, δεμένες με τα καταχθόνια παλαμάρια της ρίζας τους. Σαν τις πήρε ο ύπνος, η ταραχή που άφησε μέσα στην κόμη τους το βίαιο πέρασμα του τρένου, ανασάλεψε στη μνήμη τους κι έγινε όνειρο. Τα δέντρα ονειρεύτηκαν πως η γη ξαμόλυσε τα δεσμά τους. Ανασάλεψαν, λέει, οι φυλλωσιές τους, έγιναν πλατιές φτερούγες πράσινες, γεμάτες δύναμη και θέληση. Κινήθηκαν τάχα, έσπρωξαν τον αέρα κι ανασηκώθηκαν ανάλαφρα μέσα στο φως, ξελευτερωμένα από τα δεσμά της γης. Έτσι υψώθηκαν χαρούμενα μέσα στο ελεύθερο, γαλάζιο διάστημα, σηκώθηκαν και φύγανε μέσ’ από την άρρωστη κοιλάδα του φεγγαριού. Ανέβηκαν ψηλά ψηλά, πάνω από τα πιο ψηλά βουνά, (ώσπου αντάμωσαν τα σύννεφα, που κάποτες τα έβλεπαν να περνούν πάνω από τα κεφάλια τους βιαστικά, χαρούμενα, με ανοιχτούς στον αγέρα όλους τους χρωματιστούς των φλόκους. Και τα σύννεφα σταμάτησαν, λέει, για λίγο το ταξίδι τους, σταμάτησαν και κούρνιασαν στα κλαδιά τους να ξαποστάσουν. Κι ήτανε πουλιά πελώρια, δίχως βάρος, πουλιά με χρυσές, ρόδινες και πορτοκαλιές φτερούγες.

Ήτανε τ’ όνειρο από την αλλοτινή θύμηση, που ‘χε απομείνει μισόσβηστη μέσα στα χοντρά, στα βαριά, τα ριζωμένα κορμιά τους. Η θολωμένη θύμηση από την εποχή που ήταν ακόμα σπέρματα, μικρά, χνουδωτά σπέρματα με λεπτές μεταξωτές φτερούγες, που ξεκίνησαν κάποιο φθινόπωρο από τα ψηλά κλωνιά και ταξίδεψαν επί πτερύγων ανέμων. Πετούσαν από δω κι από κει, ορμητικά, ερωτικά, ανήσυχα. Πετούσαν πασίχαρα, ανάερα, αδέσμευτα, κι ήτανε μόνο το θεϊκό φύσημα της λευτεριάς που τα κυβερνούσε.

(Ποιος δεν έχει να νειρευτεί ένα ζευγάρι αλλοτινές φτερούγες που σιγά σιγά έγιναν ρίζες και σκοινιά… Ρίζες και σκοινιά…).

 

 

Το κόκκινο βιβλίο (Η νύχτα της Εκάτης)

Βγήκε εψές η Σελήνη, πελώρια και φασματική, στύλωσε πάνω από τον Λυκαβηττό την ασπίδα του καθρέφτη της και άπλωσε το ερωτικό της φίλτρο πάνω στην Πολιτεία με τα σβησμένα φώτα.

  Οι άνθρωποι ένιωσαν μια στάλα από το χρυσό δηλητήριο να στάζει μέσα στην αδύνατη καρδιά. Τα δάχτυλα έγιναν φιλντισένια, τα μέτωπα αγνό κερί, και μέσα στα διάπλατα μάτια άναψαν πυρσοί από κίτρινο φώσφορο.

  Η Σελήνη χαμήλωσε πάνω στις ωραίες γυναίκες, πέρασε στο εκστατικό πρόσωπό τους την προσωπίδα από λεπτό φύλλο χρυσού, αυτή που φορούσαν οι πεθαμένες βασίλισσες των Μυκηνών. Τις κοιτάξαμε με θάμβος και είταν η πρώτη φορά που τόσο βαθιά τις είδαμε ως μέσα στη θηλυκή καρδιά τους.

  Γιατί είταν η Σελήνη που μας τις έδειξε.

  Είταν η ίδια, χλωμή και λυσίζωνη, αχόρταγη και σιωπηλή, όπως όταν μάγεψε τον Ενδυμίωνα, το μικρό βοσκόπουλο του Λάτμου, που το βρήκε να κοιμάται ολόγυμνο στη δροσερή σπηλιά.

  Τόνε σκέπασε με ύπνο βαρύ σα λιγοθυμιά, σφράγισε τα ματόκλαδά του με το φοβερό της φίλημα και τον έκαμε δικό της ολάκερη την αυγουστιάτικη νύχτα, χωρίς να λύσει από πάνω του τα μάγια του εξαντλητικού ύπνου.

  Ο έφηβος έγινε χλωμός και διάφανος, μέσα στο κορμί του έτρεχε το χρυσό φωσφορικό φίλτρο της Εκάτης. Το θαύμα έκλεισε το θεοφίλητο στόμα του με τη σιωπή και σαν ξύπνησε, μέσα στα εκστατικά μάτια του έκαιγε η σιγανή τρέλα του φεγγαρόφωτου.

  Όλη τη μέρα που περίμενε το άστρο του Απόλλωνα να σβήσει, ονειρευόταν τους γλυκούς βραχνάδες που θα του έφερνε η νύχτα. Μαζί με τη νύχτα έμπαινε αθόρυβα η Εκάτη στη σπηλιά του μικρού βοσκού, τον κοίμιζε, έγερνε πλάι του και βύζαινε ως την αυγή τον έρωτα από το μελαχρινό κορμί του.

  Πέθανε ο Ενδυμίων από την πολλήν αγάπη. Μια νύχτα είταν, μέσα στην ερωτική σπηλιά του Λάτμου, που δεν μπόρεσε νανοίξει ποτέ πια τα βαριά ματόφυλλα, να δει την Εκάτη να τον καίγει με τον πόθο της. Πάνω στα μάτια του έπηξαν αράγιστες οι ερωτικές σφραγίδες του θεϊκού φιλήματος. Και στο παιδικό πρόσωπο κρατούσε τη χρυσή προσωπίδα του θανάτου.

  Όταν τα θαυμαστά μέλη του επάγωσαν σιντεφένια πάνω στις παχειές προβιές και ήρθε η Αυγή να σκορπίσει τους πελινδούς ίσκιους των ονείρων, η σπηλιά είταν ακόμα γεμάτη από φεγγάρι. Οι πέτρες φωσφόριζαν, λαμπύριζαν σαν μάτια μικρών αγριμιών τα κρύσταλλα.

  Τότε τα σκυλιά του μαζεύτηκαν στην έμπαση, σήκωσαν το υγρό ρύγχος προς την Εκάτη, και γάβγιζαν με υψηλά, μακριά ουρλιάσματα. Οι λαγκαδιές τα μεταπήραν και ολόλυξαν βαθιά, με τις σπηλιές των νυμφών και με τις βουερές χαράδρες, όπου ανήσυχα τέντωναν τα σουβλερά αυτιά οι σάτυροι.

  Από τότες η Εκάτη, έρχεται και λύνει πάνω στο Αιγαίο τις ξανθές πεταλούδες της, και γεμίζουν τα νυχτερινά νερά από χρυσούς βοστρύχους, που σαλεύουν σαν δεσμίδες φωτερά φίδια. Μέσα στα δάση, στις ρεματιές που γυρίζουν τα τσομπανόπουλα, στις πηγές, στάζουν τα βαριά φωσφορικά δάκρυά της. Από τότες τα σκυλιά σηκώνουν τη μουσούδα και ουρλιάζουν λυπητερά προς το πρόσωπο της Εκάτης.

  Έτσι βγήκε εψές πάλι η Εκάτη πάνω από το Λυκαβηττό, σα νάβγαινε από τη σπηλιά του Λάτμου.

  Την είδαμε ψηλά, ανάμεσα στα κλαδιά ενός μαύρου κυπαρισσιού, να κρέμεται σαν υπερφυής καρπός. Κατόπι φάνηκε να γυρίζει πάνω στην αμμουδιά του Σαρωνικού. Περπατούσε αργά, και δεν σφράγιζαν τη μαλακήν ακρογιαλιά τα χρυσά της βήματα.

  Μια συντροφιά σταμάτησε να μιλά τις ασήμαντες κουβέντες της, γύρισε και κοίταξε τη φιλέρημη Θεά ξαφνιασμένη. Κατόπι, άντρες και γυναίκες, ξανάρχισαν να μιλάνε, με τις φωνές χαμηλωμένες.

  Μόνο μια κόρη, μια μικρή παρθένα, με τα στήθη όχι πιο μεγάλα από δυο αχλάδια, απόμεινε να κοιτάζει κατάματα την πελιδνή Θεά. Τα μάτια της παιδούλας γέμιζαν σιγά – σιγά από ακατανίκητον τρόμο. Γέμιζαν φως φεγγαρίσιο, ψυχρό κ’ επικίντυνο.

  Είταν η ερωτική γοητεία της φοβερής Σελήνης, που άπλωνε ναγγίσει θανάσιμα το παιδί.

  Όταν η συντροφιά σηκώθηκε να  φύγει, η μικρή παρθένα γύριζε ακόμα πίσω το κεφάλι, κάθε τόσο γύριζε, τρομαγμένη και εκστατική, να ιδεί τα φωσφορικά μάτια της Εκάτης. Τότε προσέξαμε πως η Θεά της είχε φορέσει στο φοβισμένο πρόσωπο τη χρυσή προσωπίδα της, την προσωπίδα που φορούσαν οι πεθαμένες βασιλοπούλες των Μυκηνών.

  Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα. Η μικρή παρθένα είτανε σφραγισμένη με τη θανάσιμη βούλα της Εκάτης. Της χλωμής Θεάς που μισεί τις παρθένες.

  Έτσι γύρισε η Θεά εψές όλη τη νύχτα μέσα στην Πολιτεία με τα σβησμένα φώτα. Περπάτησε μονάχη πάνω στην άσφαλτο, οι στράτες άστραψαν γυαλιστερές και τεντωμένες, η επιδερμίδα τους ρίγησεν ασημένια.

  Άγγισε τις σιδερένιες ράγιες κι αυτές έλυωσαν και σάλεψαν, χρυσά φίδια. Ανέβηκε τις μεταλλικές ανεμόσκαλες, άφησε την ασημόσκονη από τα πέλματά της πάνω σ’ όλα τα σκαλοπάτια.

  Μπήκε πατώντας στα δάχτυλα μέσα σ’ όλες τις κάμαρες του ύπνου, μπήκε από τανοιχτά παράθυρα, έσκυψε πάνου απ’ όλα τα κρεβάτια που κοιμούνται οι έφηβοι, πουθενά δε βρήκε τον χαμένο Ενδυμίωνα.

  Στο τέλος στάθηκε πάνω στη στέγη μου, ακούμπησε στην τετράγωνη καμινάδα. Εκεί είταν κουλουριασμένες δύο γάτες. Τα ιερά της ζώα.

  Τα μάτια τους είταν χρυσοπράσινα, τέσσερα μάτια μεταλλικά, χτυπημένα από το φεγγάρι. Τα φτωχά ζωντανά λαβώθηκαν ως μέσα στα ζεστά σπλάχνα τους από το γλυκό δηλητήριο, τινάχτηκαν ανατριχιασμένα.

  Έκλεισαν τα μάτια τρομαγμένα, και ξέσκισαν τη φωσφορική νύχτα με τη μακρόσυρτην οιμωγή της οδυνηρής ηδονής, που έδεσε κόμπο τα ελαστικά τους σώματα.

 

Το βυσινί βιβλίο (Φυλάκιο Βήτα Δύο)

[…]  Είταν μια νύχτα διάφανη, παγωμένη. Από πάνω, απλωμένος σε όλη του τη δόξα, ένας ουρανός μενεξελής, κεντημένος με αμέτρητα άστρα που σπίθιζαν. Να τόνε χτυπούσες μ’ ένα ασημένιο σφυράκι, θα κουδούνιζε το κρύσταλλό του. Δε φυσούσε, δε χιόνιζε, δεν έβρεχε. Μια γαλήνη απλωνόταν παντού, δεν ακουγόταν παρά το ποτάμι που τραγουδούσε το τραγούδι της αιωνιότητας. Όμως ο ήχος του είταν έτσι μόνιμα δεμένος με το τοπίο που δεν τάραζε την ειρήνη της νύχτας. Το χοντρό ρολόϊ του λοχία έλεγε μεσάνυχτα. Είχαν γυρίσει από το νούμερό τους οι άντρες της υπηρεσίας. Βγάζανε τις μαντύες, λύνανε τις κουκούλες που σκέπαζαν τ’ αυτιά. Κρέμαζαν στον τοίχο το όπλο και κύκλωναν το μεγάλο παραγώνι, τρίβοντας τις ξυλιασμένες παλάμες μπροστά στις φλόγες. Μερικοί πολεμούσαν να τυλίξουν χοντρό τσιγάρο με τα ξυλιασμένα τους δάχτυλα, κάποιος που είχε ξυπνήσει από τη φασαρία, παραπονιόταν πως γιόμιζε ο καπνός το Φυλάκιο και ο λοχίας συμβούλευε αυτούς που κάπνιζαν να φυσάνε τον καπνό μέσα στο τζάκι για να τον παίρνει ψηλά η καμινάδα.  Αν έκανε ν’ ανοίξει κανείς την πόρτα, ο αγέρας του δωματίου πάγωνε από το ρεύμα, πούμπαινε, μαχαίρι. Την ανοίγαμε κάπου – κάπου, γιατί η ζεστασιά από το παραγώνι έκανε πιο δυσάρεστη τη βρώμα από άρβυλα.

Κείνη την ώρα μισοάνοιξε την πόρτα ο ένας από τους διπλοσκοπούς του γεφυριού. Πρόβαλε μέσα το κεφάλι, μπαμπουλωμένος με το κασκόλ πάνω από το πηλίκιο, και είπε:

– Καμπάνες ακούγονται, κυρ’ λοχία.

Όλοι, όσοι είτανε ξυπνητοί, έστησαν αυτί. Καμπάνες μέσα σ’ αυτή την ερημιά, πρώτη φορά συνέβαινε κάτι τέτοιο.

– Από πού έρχονται; ρώτησε ο λοχίας.

– Κάτου, από τον κάμπο τις φέρνει ο αγέρας. Από το Βλάντοβο μεριά, θαρρώ.

– Καμιά επιδρομή κομιτατζήδων; ρώτησε ανήσυχα μια φωνή.

Κανείς δεν απάντησε. Μόνο ο λοχίας έκανε «για στάσου», έβγαλε από την τσέπη ένα φτηνό ημερολόγιο, λογάριασε με το νου του, μέτρησε στα δάχτυλα και είπε πρόσχαρος:

– Μωρέ, είναι Χριστούγεννα, μωρέ! Χριστούγεννα! Και μας κοίταξε έναν έναν. Ύστερα γύρισε και κοίταξε αφαιρεμένος πολλήν ώρα τη φωτιά.

Ο λόγος έπεσε σα σύνθημα ειρήνης ανάμεσα στους φαντάρους. Ξύπνησαν όλοι, ανακάθησαν και κουβέντιαζαν.

– Πάμε ν’ ακούσουμε. Πρότεινε ένας.

Σηκώθηκαν όλοι, φόρεσαν τάρβυλα και τη μαντύα και βγήκαν στο ύπαιθρο. Κι ο λοχίας μαζί. Σταθήκαμ’ εκεί, στην άκρη του γεφυριού κι αφουγκραζόμασταν τη νύχτα. Στην αρχή, τίποτα. Κατόπι ο ήχος από τις καμπάνες ήρθε από μακριά. Γλυκός, χαρμόσυνος σαν ένα καλό μήνυμα.

– Άκου!… έλεγαν σιγά – σιγά ο ένας στον άλλον.[…]

 

Επιμέλεια – Κείμενο: Δάφνη Τσάρτσαρου

 

Ακολούθησέ μας στο Instagram: https://www.instagram.com/thessalonikiartsandculture.gr/

Διαβάστε επίσης

Close