Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι: Ο νυμφίος της Επανάστασης, του Έρωτα και του Θανάτου

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι: Ο νυμφίος της Επανάστασης, του Έρωτα και του Θανάτου

Ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, γεννήθηκε σαν σήμερα 7 Ιουλίου του 1893 στη Μπαγκντατί της σημερινής Γεωργίας και ήταν Ρώσος ποιητής, εκπρόσωπος του Ρωσικού Φουτουρισμού. Τo πρώτο του σπουδαίο έργο «Σύννεφο με Παντελόνια» το έγραψε σε ηλικία 22 χρονών. Ήταν θερμός υποστηρικτής της Επανάστασης και του Κόμματος και έγραψε πολιτικούς στίχους. Στις 14 Απριλίου του 1930 αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του, αφήνοντας πίσω του ένα γράμμα …

«Σε όλους.
Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατο μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά.
Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο. Λιλλή αγάπα με.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λιλλή Μπρικ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια. Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ’ ευχαριστώ. Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν.
Όπως λένε «Το επεισόδιο έληξε».
Η βάρκα του έρωτα συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα. Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Προς τι, λοιπόν, η απαρίθμηση των αμοιβαίων πόνων, των συμφορών και των προσβολών;
Να ‘στε ευτυχισμένοι.»

 

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι: Ο νυμφίος της Επανάστασης, του Έρωτα και του Θανάτου

 

4 ποιήματα του Ρώσου λογοτέχνη που γεννήθηκε μια μέρα σαν σήμερα.

 

Επίκαιροι Αμίλητοι

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες περί δημοκρατικής τάξης,

 

ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.

 

 

 

Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,

 

οι ηγεμόνες δυναμώνουν,

 

ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,

 

των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.

 

 

 

Ετούτων των αμίλητων το πετσί,

 

περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.

 

 

 

Τους φτύνουνε καταπρόσωπο

 

κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυμένο.

 

 

 

Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,

 

και που το παράπονό τους να πούνε;

 

 

 

Απ’ του μισθού τα ψίχουλα,

 

πώς να αποχωριστούνε;

 

 

 

Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,

 

μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.

 

 

 

Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!

 

 

 

Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,

 

άλλο δε μας μένει 

 

Το πρωί

Η σκυθρωπή βροχή λάξεψε τη ματιά της.
Και πίσω
από τα κάγκελα
της σταράτης
σιδερένιας σκέψης των καλωδίων
– το στρώμα. Πάνω
εκεί
των ανερχόμενων αστεριών
ελαφρά πατήσανε τα ποδάρια.
Αλλά το σβή-
σιμο των φαναριών
– γαλαζοαίματοι
εστεμμένοι με το φωταέριο –
πιο οδυνηρό
έκανε για το μάτι
το επιθετικό μπουκέτο με τις πόρνες του
βουλεβάρτου.

Και τρομερό
υψώθηκε ζικζακωτά
το νυχερό γέλιο
από τα καλαμπούρια
– κίτρινα φαρμακερά τριαντάφυλλα.
Πέρ’ από τη βοή
και την τρομάρα
χάρμα ματιών
να στέκεσαι και να κοιτάζεις
τους δούλους
των μαρτυρο-ηρεμο-αδιάφορων
σταυρών –
τα φέρετρα
των οίκων
ανοχής
ριγμένα απ’ την ανατολή σε ανθογυάλι που
φλεγόταν.

 

Ελευθερία έκφρασης

 

Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε

και κλέβουν ένα λουλούδι

από τον κήπο μας

και δε λέμε τίποτα.

 

Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον

περπατούνε στα λουλούδια,

σκοτώνουν το σκυλί μας

και δε λέμε τίποτα.

 

Ώσπου μια μέρα

-την πιο διάφανη απ’ όλες-

μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας

ληστεύουν το φεγγάρι μας

γιατί ξέρουνε το φόβο μας

που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

 

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα

πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα

 

 

Καλώ στην απολογία

 

Χτυπάει ασταμάτητα το τύμπανο του πολέμου

Καλεί να μπήγουν σίδερο στους ζωντανούς.

Από τις διάφορες επικράτειες τους πολίτες

σαν σκλάβους πουλημένους

πετούν στην κόψη της λόγχης.

 

Για τι;

 

Τρέμει η γη

πεινασμένη,

απογυμνωμένη.

Ζεμάτισαν την ανθρωπότητα στο λουτρώνα αιματηρό

μόνο γιατί

κάποιος επιμένει

να κερδίσει την Αλβανία.

Αρπάχθηκε το μίσος των ανθρώπινων σκυλολογιών αιμόχαρο,

πέφτουν στο σώμα της γης χτυπήματα ανελέητα,

μόνο για να περάσουν

τον Βόσπορο

καράβια κάποια αφορολόγητα.

Σύντομα η γη

δε θα’ χει άσπαστο πλευρό.

Και την ψυχή θα βγάλουν

με τα χέρια απλωμένα στα δημόσια ταμεία,

μόνο για να

πάρει κάποιος

στα χέρια του

τη Μεσοποταμία.

 

Εν ονόματι ποιών συμφερόντων η αρβύλα

τη γη καταπατεί τρίζοντας άγρια;

Τι είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;

 

Ελευθερία;

 

Θεός;

 

Δολάριο!

 

Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου τ’ ανάστημα εσύ,

που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;

 

Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την ερώτηση

γιατί πολεμάμε, αλήθεια!

 

 Επιμέλεια-Κείμενο: Δάφνη Τσάρτσαρου

 

Διαβάστε επίσης

Close