Κλειστό παράθυρο, από τον Βαγγέλη Μάγειρο

Κλειστό παράθυρο, από τον Βαγγέλη Μάγειρο

Καθόταν ακίνητη μπροστά στο κλειστό παράθυρο.

Το μόνο που κατάφερνε να κάνει το σώμα της, ήταν κάποιες μικροκινήσεις. Το σβηστό τσιγάρο είχε στήσει χορό ανάμεσα στα δάχτυλα της, και ο νους πάλευε με το δίλλημα αν πρέπει να το ανάψει ή όχι.

Θα μπορούσε να χαθεί μέσα στο σύννεφο καπνού που θα γεννιόταν μέσα από την καύτρα, σαν εκείνους τους επιδέξιους ταχυδακτυλουργούς με τα χρωματιστά καπέλα που έβλεπε μικρή στα παιδικά πάρτι.

Αλλά δεν ήξερε αν πίστευε πλέον στη μαγεία. Ίσως το μόνο που θα πετύχαινε, θα ήταν να νεκρώσει τον εγκέφαλο μέσα από έντονες δόσεις πίσσας και νικοτίνης.

Το βλέμμα έμενε καρφωμένο στο κλειστό παράθυρο. Τα μάτια της ξεκίνησαν ένα ταξίδι πάνω στις λεπτομέρειες, το χρώμα και το σχήμα της παλιάς φθαρμένης κουρτίνας. Ήταν φορτωμένη με πολλούς ήχους και μυρωδιές που γέμιζαν όλα αυτά τα χρόνια το μικρό δωμάτιο.

Τα παντζούρια κρατούσαν καλά κλειδωμένο κάθε μυστικό και αμαρτία που είχε φέρει το πάθος του τώρα και του τότε. Κάθε περσίδα χάριζε μια κλεφτή ματιά στην καθημερινότητα αυτών που είπαν ναι στα πρέπει και όχι στα θέλω. Που πέθαναν μέσα στην ασφάλεια του τώρα και επέλεξαν να μη ζήσουν το αύριο.

Δεν μπορούσε να αντέξει αυτήν την πραγματικότητα, και της ήταν αρκετά εύκολο να προφυλάξει τον εαυτό της πίσω από ένα παλιό παράθυρο, το οποίο σκότωνε κάθε αλλαγή και κάθε συμβιβασμό.

Αν έβγαζε το μάνταλο από τα φθαρμένα παντζούρια, αν τραβούσε τη μαυρισμένη από τον καπνό κουρτίνα, το φως θα πρόδιδε όλα τα καλά φυλαγμένα μυστικά και πάθη, που με τόσο κόπο είχε καταφέρει να κερδίσει μαζί της. Και δεν ήθελε τίποτα να φανεί και τίποτα να αλλάξει.

Το τσιγάρο σταμάτησε να χορεύει. Πήρε τη θέση του στο στόμα της, καθώς το κεφάλι της ακουμπούσε απαλά στο φτηνό μαξιλάρι. Η φωτιά του μαύρου αναπτήρα Zippo έμοιαζε τεράστια, και ο καπνός σκέπασε κάθε όνειρο και φαντασία, και την έκανε να χαθεί μέσα σε όλους του φόβους του παρελθόντος.

Μία τζούρα έφερε ηρεμία. Δεύτερη έφερε γαλήνη. Τρίτη θα έφερνε νάρκωση. Γύρισε στη δεξιά πλευρά του κρεβατιού, μια κίνηση που ήταν αρκετή για να ακουμπήσει το γυμνό σώμα, με τα λυμένα, ανάκατα μαύρα μαλλιά του είχε χαθεί δίπλα της σε κάποιο όνειρο.

Έκανε όλες τις απαλές κινήσεις που κάνει ένα παιδί μέσα στην ασφάλεια του ύπνου του. Οι παλάμες των χεριών της ήταν καλυμμένες από το κεφάλι, και τα γυμνά της πόδια έτριβαν με στοργή το ένα το άλλο.

Πριν προλάβει να χαθεί μέσα σε έναν εφιάλτη, είδε τα πράσινα μάτια της να ανοίγουν και να την κοιτάνε. Ένα χαμόγελο, τόσο μικρό όσο και το στόμα της, σχηματίστηκε για αυτήν. «Καλημέρα ψυχάκι μου» της είπε με μία φωνή που θύμιζε μικρό γατάκι που παίζει με τη μαμά του. Τότε μπόρεσε να καταλάβει:

Το παράθυρο θα ήταν πάντα ένα παράθυρο. Καμία κουρτίνα, κανένα εφτασφράγιστο παντζούρι δε θα μπορούσε να το αλλάξει αυτό. Θα ήταν πάντα ένα παράθυρο, γιατί αυτό θα έπρεπε να είναι. Τίποτα δεν έπρεπε να το αλλάξει.

Το φως δε θα έφερνε αλλαγή, αλλά δύναμη. Αν κατέβαινε στους ανθρώπους, δε γινόταν μία απ’ αυτούς, αλλά μία μέσα σε αυτούς. Και αυτό της ήταν αρκετό. Ήταν όλα όσα ήθελε.

«Όχι ακόμα. Είναι νωρίς» της είπε. «Έχουμε χρόνο» και τη σκέπασε μέσα στην αγκαλιά της.

 

Γράφει ο Βαγγέλης Μάγειρος




Διαβάστε επίσης

Close