Μπουκάλια θαυμάτων, από τον Βαγγέλη Μάγειρο

Μπουκάλια θαυμάτων, από τον Βαγγέλη Μάγειρο

Κάποια μπουκάλια είχαν σχεδόν αδειάσει.

Καθόντουσαν μέσα στο ψυγείο ανάμεσα σε τάπερ με ξεχασμένο και μουχλιασμένο φαγητό.

Τα πιάτα στο νεροχύτη είχαν σχηματίσει ένα πολύπλοκο σύμπλεγμα, που θα ζήλευε ένας γλύπτης αφηρημένης τέχνης και χρειαζόταν πολύ προσπάθεια για να καταφέρεις να εντοπίσεις ένα ποτήρι.

Αλλά και να το έκανες, η σκέψη και μόνο της διαδικασίας που χρειαζόταν για τον καθαρισμό του(σφουγγάρι, απορρυπαντικό, τρίψιμο) θύμισε έντονα τον 5ο άθλο. Και δεν υπήρχε καμία διάθεση για ηρωικά κατορθώματα.

Ξεκίνησε να περπατάει από την κουζίνα προς το δωμάτιο. Μία διαδρομή που δεν έκρυβε ούτε πολλές εκπλήξεις, ούτε πολλές υποσχέσεις. Το λευκό φως της οθόνης, από έναν υπολογιστή με βρόμικο από την πολύχρονη χρήση πληκτρολόγιο, ήταν το μόνο που προσέφερε μια κάποια ατμόσφαιρα στους φρεσκοβαμμένους ωχρούς τοίχους.

Οι μάζες από βιβλία και κόμιξ, με διαφορετικές θεματικές αναμεταξύ τους, ήταν τα μόνα που κρατούσαν συντροφιά στα μακρά σε διάρκεια βράδια.

Είχε αρχίσει να αποστηθίζει το σχήμα των αγαπημένων του παραγράφων σε κάποιες από τις τυχαίες σελίδες και τις κινήσεις των ηρώων που ξεχώριζε ανάμεσα στα χρωματιστά κουτάκια. Στεκόντουσαν πάντα εκεί. Ασπρόμαυροι και πολύχρωμοι φύλακες μπροστά από αδιαπέραστες πόρτες.

Άρχισε να ψάχνει αυτό το μικρό σωρό γνώσης και περιπέτειας, προσπαθώντας να εντοπίσει μία καινούργια ιστορία που θα έκανε το πρωί να έρθει πιο γρήγορα. Καμία όμως δεν θα κατάφερνε να κάνει το βράδυ να κυλήσει όπως θα έπρεπε να κυλά.

Άφησε το βιβλίο στη θέση του και πήγε στο γραφείο. Ξεκίνησε να χάνεται μέσα σε διαδυκτιακές σελίδες, ψάχνοντας εκεί για μία ιστορία άξια αυτής της υπέροχης, μουντής, αδιάφορης νύχτας.

Βρήκε πολλές άχρωμες και στεγνές αφηγήσεις, που μέσα τους η λογική και ο νους κρατούσαν τα χαλινάρια και εμπόδιζαν όλα τα τρελά, αυθόρμητα, παλαβά ένστικτα να πάρουν τον έλεγχο.

Μην μπορώντας να ελέγξει τα δάκτυλα των χεριών του, κατέβαζε με μανία τη ροδέλα του μηχανικού ποντικιού, και με τα μάτια του συντρόφους, ξεκίνησε ένα ταξίδι ανουσιότητας, βαρεμάρας και απελπισίας.

Το πολύωρο ταξίδι του έφερε δίψα. Σηκώθηκε από την καρέκλα και με αργά, σταθερά βήματα έφτασε ξανά μπροστά από την πόρτα του ψυγείου, η οποία προφανώς μέσα σε αυτό το μικρό διάστημα της απουσίας του δεν είχε προλάβει να αλλάξει καθόλου.

Την άνοιξε και το βλέμμα του πάλευε ανάμεσα στα μισογεμάτα μπουκάλια νερού και στα μισοάδεια μπουκάλια ποτού. Γιατί πάντα αυτά τα μπουκάλια θα ήταν μισοάδεια. Ένας άνθρωπος δεν ήταν αρκετός για να τα τελειώσει.

Είχε πλέον δύο επιλογές: Να τα αφήσει να στέκονται εκεί, γεμάτα παράπονο και ντροπή μέχρι νεοτέρας, ή να τα βγάλει και να τα ετοιμάσει για μία τελευταία, επικίνδυνη αποστολή, από την οποία δεν ήταν σίγουρο ότι θα γυρίσουν. Ήταν πλέον καιρός για τόλμη. Η εγκράτεια κράτησε πολύ.

Άρχισε να βγάζει βιαστικά τα μπουκάλια, ένα, ένα από το ψυγείο. Τα στήριξε στην αγκαλιά του και βιαστικά έψαχνε να τα αφήσει κάπου. Τα ακούμπησε προσεκτικά στο τραπέζι, γιατί αν έσπαγαν θα τελείωναν όλα εδώ, και έχωσε τα χέρια του μέσα στο συρτάρι ελπίζοντας να βρει κάποιο ξεχασμένο ανοιχτήρι.

Βρήκε ένα ανάμεσα στα μαχαίρια και το φύλαξε μέσα στην τσέπη του. Από την κατάψυξη έβγαλε μερικά παγάκια, τα έβαλε σε ένα μπολ, και μαζεύοντας ξανά όλα του τα όπλα, άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε βιαστικός τις σκάλες.

Μπροστά από την πολυκατοικία, ήταν παρκαρισμένη η μηχανή του. Από αυτές τις παλιές, που σε έκαναν να νιώθεις ότι ταξιδεύεις σε εποχές περασμένες. Ακούμπησε προσεκτικά τα μπουκάλια απάνω στη σέλα και τα έβαλε σε έναν μικρό κύκλο γύρω από το μπολ με τα παγάκια. Έβγαλε το κινητό του και τα τράβηξε μία γρήγορη φωτογραφία.

«Είναι παγωμένα και περιμένουν» έγραφε το μήνυμα.

– Χαχα, εμένα περιμένουν;

– Εσένα.

Τα παγάκια είχαν αρχίσει να λιώνουν.

 

Γράφει ο Βαγγέλης Μάγειρος




Διαβάστε επίσης

Close