Ο Μάξιμος, από την Κατερίνα Βουρσούκη

Ο Μάξιμος, από την Κατερίνα Βουρσούκη

Αναμνήσεις

To μόνο που θυμάμαι από το νηπιαγωγείο είναι εικόνες. Εικόνες από διάφορα σκηνικά και φάσεις. Είναι μάλλον περίεργο, ίσως ο περισσότερος κόσμος να μη θυμάται τίποτα. Μας θυμάμαι στοιχισμένους στη σειρά να λέμε ποιήματα, θυμάμαι τις ζωγραφιές που ζωγραφίζαμε, κατασκευές που φτιάχναμε…

Πολλά παιδιά έκλαιγαν ακόμα και λίγες μέρες μετά από τις πρώτες μέρες. Εντάξει… Κάθε παιδί θέλει το χρόνο του δεν είναι όλα ίδια. Θυμάμαι ένα γλυκό κοριτσάκι που γελούσε σαν νεραϊδούλα, άλλα παιδιά ήταν έτοιμα για καβγάδες ενώ πάλι άλλα ήταν… ήσυχα.

Και ένα από αυτά, ήταν ο Μάξιμος.

Ο Μάξιμος ήταν ήρεμη δύναμη. Παράξενο παιδί όμως. Καθόταν σε μία άκρη, μιλούσε με ένα παιδί μόνο πάντα και τα γαλάζια του μάτια σκανάριζαν συνεχώς την τάξη. Ήταν πολύ καλός στη γυμναστική, έτρεχε γρήγορα και γελούσε σπάνια. Μερικές φορές μου έκανε πειράγματα αλλά ήμουν ο τύπος παιδιού που τα αγνοούσε λίγο. Δεν σκεφτόμουν και πολύ τότε, μικρό παιδί… Παιχνίδι και ξεγνοιασιά.

Τα χρόνια όμως πέρασαν, φτάσαμε στα 25 και έχουμε χαθεί όπως είναι φυσικό να γίνει. Μένω σε ένα διαμέρισμα στα προάστια της Αθήνας εδώ και δύο χρόνια και αγαπώ την δουλειά μου. Αξίζει να το σημειώσω αυτό… Υπάρχουν πάντα δυσκολίες αλλά τις ξεπερνάω σιγά σιγά μαζί με την φίλη μου την Κορίνα, που συγκατοικούμε.

Ο Μάξιμος από την άλλη είχε πάντα αυτό που ήθελε. Ή έτσι είναι όντως ή έτσι θέλω να θυμάμαι. Δεν περίμενα ότι αργά η γρήγορα θα φτάσει και η μέρα που θα τον δω μετά από τόσα χρόνια. Η Κορίνα είχε φύγει για να δει την μαμά της στην Πάτρα για το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος. Εγώ δεν είχα κανονίσει τίποτα για το τριήμερο μιας και ήθελα πολύ να χαλαρώσω στο σπίτι και να μαγειρέψω με την ησυχία μου, χωρίς να με πιέζει ο χρόνος.

Κυριακή, παραμονή της γιορτής, κατεβαίνω από την πολυκατοικία για να πάρω ένα πακέτο τσιγάρα από ένα τοπικό μπακάλικο. Δούλευε μια μικρή κοπελίτσα εκεί, αρκετά συμπαθητική, θυμόταν απ’έξω και τα τσιγάρα που παίρνω. Λέμε δυο-τρεις κουβέντες και βγαίνω αθόρυβη. Ήταν 9 το βράδυ. Ανεβαίνω στο σπίτι και ακούω το κινητό μου να χτυπάει.

Είναι η Ελίνα. Συνεργάτιδα στη δουλειά, μια κοπέλα γεμάτη κέφι.
Ακολουθεί η συνομιλία.

– Αποκλείεται να μείνεις σπίτι τέτοια μέρα… λοιπόν ετοιμάσου και σε καμιά ώρα θα περάσω να σε πάρω. Θα πάμε με τα παιδιά στο γνωστό μπιτσόμπαρο στη Βουλιαγμένη… έχει πάρτι απόψε!

– Τέλεια! Άντε να ξεδώσουμε και λίγο. Θα σε περιμένω

Έβαλα ένα από κόκκινο φορεματάκι που πήρα πέρυσι το καλοκαίρι από τη Θεσσαλονίκη. Μου λείπει πολύ η πόλη μου, αλλά η καλή παρέα σε κάνει να το ξεχνάς. Περάσαμε πολύ ωραία με τα παιδιά εκείνο το βράδυ. Είχε αρκετή ζέστη, τζάμπα πήρα το τζιν μπουφάν μαζί μου. Κατά τις 4 που έσπαγε σιγά σιγά ο κόσμος αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε και εμείς.

– Ελινάκι πολύ ήπιες σήμερα. Ήταν που θα οδηγούσες κι όλας μετά. Τη πειράζω.

– Α μη σκας, μου λέει βάζοντας μια τελευταία χούφτα πατατάκια στο στόμα της,

Ο Άλεξ θα οδηγήσει, μου το είπε όταν ερχόμασταν.

Ο Άλεξ ήταν καινούριος στο παρεάκι μας. Είναι Βούλγαρος και ήρθε στην Αθήνα πριν δύο χρόνια, ακριβώς την ίδια περίοδο που ήρθα και εγώ. Ξαφνιαστήκαμε όταν το συζητάγαμε.

Με τα πολλά και με τα λίγα, φτάνει και η δική μου σειρά να κατέβω από το αμάξι. Η Ελίνα είχε σχεδόν νυστάξει, τα μάτια της έκλειναν. Ο Άλεξ σταματάει έξω από το σπίτι μου.

– Καληνύχτα αγάπη μου, θα τα πούμε αύριο! λέει η Ελίνα ψιλοζαλισμένη.

…Τι θα φάμε; την ακούω να λέει καθώς κλείνω την πόρτα του αυτοκινήτου. Γελάω. Δεν θα αλλάξει αυτό το κορίτσι, ποτέ! Λέω μέσα μου. Ήταν που θα έκανε και διατροφή…

Η συνάντηση

Πηγαίνοντας στη πολυκατοικία ακούω κάτι περπατήματα στη πιλοτή. Δεν απόρησα. Τέτοια μέρα και τέτοια ώρα δεν μου φαινόταν περίεργο να ερχόταν κάποιος σπίτι, όλοι οι ενοικιαστές είμαστε νεολαία.

Τότε ήταν που τον αντίκρισα για πρώτη φορά. Βέβαια ήταν βράδυ, είχαμε πιει πεντέξι ποτά και κάμποσα σφηνάκια, ήταν πολύ δύσκολο να τον ανακαλέσω στη μνήμη μου εκείνη τη στιγμή. Τα μάτια του άστραφταν στο σκοτάδι, ο προβολέας της πολυκατοικίας έδινε φως στα γαλάζια μάτια του. Έκανε το τσιγάρο του και καθώς πλησιάζω στη πόρτα τον βλέπω να πλησιάζει ρουφώντας μια τζούρα με απίστευτα εκνευριστικό γελάκι στην άκρη των χειλιών του.

– Συγγνώμη… μπορώ να περάσω για να μπω στο σπίτι μου;

Δεν μπορούσα να τον αναγνωρίσω στην αρχή, ήταν σχεδόν αδύνατο. Βγάζει το τσιγάρο από το στόμα και πάει να πιάσει με τη παλάμη του το μάγουλό μου.
Τραβιέμαι πίσω.

– Σας παρακαλώ! Δεν έχετε κανένα δι…

– Όχι και πληθυντικό… ίδια ηλικία έχουμε. Δεν με κατάλαβες ακόμα;

Μένω ακίνητη. Και τι να κάνω; Ήταν αρκετό σοκ για τεσσεράμιση η ώρα το πρωί.
Δίνει το χέρι του.

– Μάξιμος Δανάκης. Ο νέος ενοικιαστής του διαμερίσματος στον τέταρτο όροφο και ο παλιός σου συμμαθητής βρε Ξανθή. Στα νήπια…

– Εεε… (ΣΟΚ. Τι να πω τώρα;! Αποφάσισα να το αρνηθώ, να αρνηθώ ότι τον θυμάμαι, δεν ήθελα, δεν αισθανόμουν καλά!)

Υπήρχε λόγος που δεν αισθανόμουν καλά…

Από το νηπιαγωγείο κράτησα ένα φίλο. Έτυχε να είμαστε μαζί και στο σχολείο οπότε τον ξέρω πολλά χρόνια. Ο Νίκος μου είχε πει ότι ο Μάξιμος διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια κάπου στο λύκειο. Έκτοτε έφυγε στο Λονδίνο, έκανε θεραπείες και δεν γύρισε Ελλάδα.

Κάποια στιγμή σταμάτησε και μάθαμε ότι άρχισε να δουλεύει σε ένα μπαράκι ως μπαρτέντερ. Αυτά ήξερα και δεν ήθελα να μάθω περισσότερα. Ήταν μεγάλο το σοκ. Αισθανόμουν μια λύπη, έναν οίκτο -δυστυχώς- γιατί αυτός βρήκε τρόπο να τον εκμεταλλευτεί στο μέγιστο.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν παράνοια. Ο Μάξιμος έστρεψε την λύπη μου προς αυτόν σε υποχρέωση να τον ακούω, να τον νοιάζομαι και να του κάνω παρέα. Όμως το τρελό σε αυτή τη κατάσταση ήταν ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την συμπεριφορά του και πόσο ψυχοφθόρο ήταν αυτό για εμένα.

Ήξερα ότι με εκμεταλλεύεται, ότι το διαχειριζόμουν λάθος και ότι έπρεπε οπωσδήποτε να τον πάω σε κάποια κλινική για να συνεχίσει την αγωγή του, όμως ήταν αδύνατο.

Αυτό που έζησα ήταν εμπειρία μοναδική που μου ήρθε από το πουθενά. Τα συναισθήματα ήταν ανάμικτα και δεν ήταν καθόλου εύκολο να τον βοηθήσω.

– Όχι δεν σε θυμάμαι. Ίσως μπορείς να προσπαθήσεις καλύτερα κάποια στιγμή. Αλλά όχι τώρα γιατί είμαι ξενυχτισμένη. Απαντάω ήρεμα και του δίνω το χέρι. Πάω να βάλω το κλειδί στη πόρτα.

Με σταματάει.

– Εντάξει, σε παρακαλώ… ένα τσιγάρο μαζί μου; Και ανεβαίνεις πάνω μετά.

Μου δίνει αναπτήρα και μου χαμογελάει φιλικά. Κοιτάζει ευθεία σκεπτικός.

Καθόμασταν έξω στα σκαλάκια της πολυκατοικίας. Σκαλώνω το βλέμμα μου πάνω στο προβολέα, ενώ προσπαθώ να αποφύγω το βλέμμα του και να τον σκανάρω παράλληλα με την άκρη των ματιών μου. Ήταν πολύ ψηλός. Ήταν σίγουρα 1.80, είχε κοντά ξανθά μαλλιά και καθόλου γένια. Μετά άρχισα να παρατηρώ το ντύσιμό του. Φορούσε σκούρο τζιν Levis.. ακριβό.

Και κοντομάνικο άσπρο πουκαμισάκι… RalphLauren… Μάλιστα.
Τελικά σπάει τον πάγο της σιωπής (και του σκαναρίσματός μου)

– Ωραίες οι τριανταφυλλιές εδώ μπροστά. Ποιος τις φύτεψε;

– Συνεργαζόμαστε όλοι μαζί για ότι αφορά κοινόχρηστους χώρους. Οπότε έχουμε ιδέες και κάθε μήνα υλοποιούμε και κάτι όλοι μαζί.

– Μπράβο… ωραία… Τέλος πάντων για να μην σε αγχώνω άλλο γιατί σε βλέπω πολύ σφιγμένη, πάνε να ξεκουραστείς. Ευχαριστώ για την παρέα. Θα τα πούμε πολύ σύντομα.

Παίρνω την τσάντα μου κοιτάζοντας τον με επιφυλακτικότητα.

– Καλό βράδυ. Μουρμουρίζω και φεύγω απότομα.

Δεν μου έριξε ούτε ένα βλέμμα, δεν μου ευχήθηκε καλή νύχτα. Με ενόχλησε εκείνη την ώρα αλλά αυτό που είχε σημασία εκείνη την ώρα ήταν να σηκωθώ και να μπω στο σπίτι μου με ασφάλεια. Δεν μου άρεσε η παράξενη προσέγγιση του, αν και φάνηκε κάπως ευγενικός.

Δεν χωρούσε άλλες σκέψεις εκείνη η νύχτα. Ξεβάφτηκα, άλλαξα ρούχα και κοιμήθηκα κατευθείαν, αν και γεμάτη ερωτηματικά.

Καλοκαιρινός εθισμός

Το επόμενο πρωί ξύπνησα με ένα σφίξιμο στο στήθος. Ο Μάξιμος έμενε σε αυτή τη πολυκατοικία. Ήταν στον ακριβώς επάνω όροφο! Συνειδητοποίησα ότι οποιαδήποτε στιγμή, μπορεί απλώς να έπεφτα πάλι πάνω του.
Και ναι… έτσι ακριβώς έγινε.

Το μεσημέρι είχε πολύ ζέστη οπότε αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο με την παρέα μου. Είχα πάρει την φωτογραφική μου μηχανή μαζί, που μου είχε κάνει δώρο ο πατέρας μου στα 23 γενέθλια μου. Ήταν μία Canon και σκέφτηκα ότι δεν θα έπρεπε να ξεχάσω να αποτυπώσω τις καλοκαιρινές μας στιγμές.

– Φιλενάδα σε παραδέχομαι… φανταστικό μαγιό!

– Ελίνα, το μαγιό αυτό το έχω από πέρσι… έτυχε να μην το βάλω!

– Ναι, έτυχε… μου απαντάει ειρωνικά. Ήξερε αυτή. Πέρσι το καλοκαίρι το πέρασα δουλεύοντας και οικογενειακά. Ανέβηκα Θεσσαλονίκη αλλά καταλήξαμε να πάμε όλοι στο χωριό μας έξω από τη Καβάλα, οπότε δεν πήγα πολύ στη θάλασσα. Το μετάνιωσα, οπότε φέτος δεν νομίζω να πάω πάλι.

– Θα μας βγάλεις καμιά φωτογραφία να σας βγάλω και εγώ μετά; Άντε περίμενε να φωνάξω και τους άλλους.
Άρχισα να τους βγάζω φωτογραφίες, πολλές από αυτές με άτσαλες κινήσεις αστείες φάτσες και λίγη… άμμο.

Ρε σεις! Μη πετάτε άμμο πάνω στη μηχανή! Φωνάζω κατεβάζοντας το φακό από τα μάτια μου.
Και τότε, ξαφνικά, τον αντικρίζω πάλι.

Μιλούσε με έναν άλλο νεαρό, ο οποίος ήταν πλάτη σε μένα. Μάλλον τον κοιτούσα αρκετά δευτερόλεπτα γιατί ξαφνικά παίρνει τα μάτια του από πάνω του, με κοιτάει, και μου κλείνει το μάτι.

– Εεεε Ξανθή, γιούχουυυ!! Εμείς πάμε για βουτιά, άντε έλα.

Με το που μπαίνουν στη θάλασσα, κάνω νευρικά ότι κοιτάζω τις φωτογραφίες στη κάμερα. Εκείνη τη στιγμή, ανεβαίνει η ένταση της μουσικής και μπαίνει το «Whatislove» των Haddaway. Ο Μάξιμος αρχίζει να το τραγουδάει και να το χορεύει μόνος. Αρχίζω ασυναίσθητα να γελάω καθώς αρχίζουν να τον συνοδεύουν και οι φίλοι του.

Με κοιτάει και μου κάνει νόημα να βγάλω φωτογραφίες. Δίχως να το πολυσκεφτώ, αποθανατίζω τις ξέφρενες και άγαρμπες χορευτικές τους κινήσεις, εστιάζοντας όσο μπορώ στο να αναδείξω τις καλύτερες πόζες του Μάξιμου. Βγαίνουν τα παιδιά από τη θάλασσα και όλο το Beachbar ακολουθεί το ρυθμό.

– Φτάνει πια… το καταλάβαμε… τη δάγκωσες τη λαμαρίνα! Μου λέει ο Άλεξ ενώ ο Λεωνίδας κάνει νεύμα συμφωνίας.

Τι λέτε ρε παιδιά; Το παλικάρι είναι γνωστός μου… εδώ και πολλά χρόνια και απλώς τον πειράζω.

– Άντε θα το δεχτώ επειδή είσαι εσύ. Πάω να φέρω τίποτα που να πιούμε.

– Το καλό που σου θέλω! Απαντάει η Ελίνα ενθουσιασμένη και εκείνος την φιλάει στο μάγουλο.

– Έχω χάσει τίποτα; Ρωτάω με ερευνητικό βλέμμα.

– Πολλά! Πολλά αυτό θα σου έλεγα τώρα… Τι κάνεις τόση ώρα; Ποιος είναι αυτός εκεί; Σε έχει φάει με τα μάτια του.

– Ε λοιπόν δεν θα το πιστέψεις. Είναι ένας παλιός μου…

– Έτοιμα τα ποτάκια! Cheersguysss! Με διακόπτει ο Άλεξ και η Ελίνα μου κάνει νόημα να της «πω μετά».
Πίνουν μια γουλιά και τρέχουν κατευθείαν στο νερό. Πάω και εγώ από πίσω τους παίρνοντας τη κάμερα μαζί μου.

Α, ναι ξέχασα να το πω… είναι αδιάβροχη.
Όσο πιτσιλιζόμαστε και κάνουμε βουτιές, βγάζω selfie με την Ελίνα κάτω από το νερό και τα αγόρια σκάνε στα γέλια με το πως φαίνονται τα μαλλιά μας.

– Πως είστε έτσι ρε; Σαν σφουγγαρίστρες…

– Θα σου λεγα τίποτα τώρα αλλά έχε χάρη που τη συμπαθώ τη κοπέλα.

– Το νου σου και η Κική θα έρθει σε καμία ώρα.

– Καλά, καλά! Λέει η Ελίνα και βγάζει γλώσσα στο Λεωνίδα.

Η Ελίνα ξέρει τι λέει. Η κοπέλα του Λεωνίδα πριν 2-3 μήνες δούλεψε σαν καθαρίστρια σε μια πολυκατοικία και έφαγε πολύ τρολάρισμα. Όχι κακοπροαίρετο φυσικά και εννοείται όχι μπροστά της.
Γελάω και ξαφνικά αισθάνομαι δυο παλάμες να κρύβουν τα μάτια μου. Γυρνάω και ήταν ο Μάξιμος.

– Δανάκης αυτοπροσώπως κυρία μου! Λέει και υποκλίνεται μέσα στο νερό.

– Χαχαχα, δε πας καλά. Απαντάω.

– Μου χρωστάς τις φωτογραφίες μου. Ελπίζω να μην είχες σκοπό να μου τις κλέψεις.

– Όχι βέβαια! Για τέτοια με έχεις;

– Η αλήθεια είναι πως όχι… αλλά έχουν περάσει αρκετά χρόνια, ήμασταν και πολύ μικρά… δε νομίζεις;

– Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάς. Απαντάω στα σοβαρά, αποφεύγοντας το σαρωτικό του βλέμμα

– Λες ψέμματα Ξανθή. Σταμάτα να το κάνεις αυτό με νευριάζει πολύ! Λέει και πιάνει το κεφάλι του με τα χέρια προσπαθώντας να κρύψει τα αυτιά του σαν κάποιος να τσιρίζει μέσα σε αυτά.

Γυρνάω και κοιτάω κατευθείαν τον Άλεξ που είχε πάρει πρέφα τι παίζει και πλησιάζει απειλητικά προς το μέρος του και κρατώντας ένα επίπεδο ρωτάει:

– Συμβαίνει κάτι εδώ; και τον κοιτάει επίμονα. Ξανθή είσαι καλά;

– Ναι μια χαρά…

– Έλα πάμε στα παιδιά… κάτι σε θέλει η Ελίνα…

Ο Μάξιμος πήρε ένα κουταβίσιο πρόσωπο εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι.

Η μέρα πέρασε με τον Μάξιμο να κοιτιόμαστε από μακρυά. Μάλλον κατάλαβε ότι ήταν περίεργος. Αλλά κατάλαβα και εγώ ότι πρέπει επιτέλους να το παραδεχτώ. Τι ένιωθα που δεν άφηνε να του επιβεβαιώσω ότι τον θυμόμουν; Δεν μπορούσα να καταλάβω…

Γύρισα σπίτι και άφησα τη Κορίνα να μας μαγειρέψει. Μου μιλούσε για το πώς πέρασε το τριήμερο και μου έδειχνε σε βίντεο το ανιψάκι της που έλεγε τις πρώτες του λέξεις.

Πριν κοιμηθώ έστειλα τις φωτογραφίες μας στην Ελίνα. Είδα και αυτές που έβγαλα με την παρέα του Μάξιμου. Σκεφτόμουν ότι ήταν ακριβώς στο επάνω διαμέρισμα και αισθανόμουν όμορφα. Είχα εθιστεί στην παρουσία του.

Ενοχές

Το πρωί βγαίνοντας από το σπίτι για να πάω στη δουλειά βλέπω ένα γαλάζιο χαρτάκι πάνω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Το ανοίγω και το διαβάζω

«Καλημέρα… Συγγνώμη για χθες… όταν σχολάσεις, πέρνα λίγο από πάνω. Θέλω να σου μιλήσω. Μαξ»
Σκατά! Σκέφτηκα. Είδε και ποιο είναι το αυτοκίνητό μου; Πως στο καλό το είδε; Μα ναι αφού μένουμε στην ίδια πολυκατοικία. Δεν θα το δει; Και βέβαια θα το δει!

Είχα νευριάσει. Σκεφτόμουν με χίλιους διαφορετικούς τρόπους πως θα τον πω να σταματήσει να κάνει ό,τι κάνει. Γιατί με ενοχλεί! Η προσέγγισή του, το χαζό χαμόγελο, οι περίεργοι διάλογοι όλα.

Δεν έβλεπα την ώρα να τον δω και να σκάσω σαν φούσκα.
Παρόλ’ αυτά, τα νεύρα μου είχαν ηρεμήσει και οι απαιτήσεις της καθημερινότητας με έκαναν να ξεχαστώ.
Έκανα ένα ντουζ και ντύθηκα για να ανέβω επάνω.

Φεύγεις κιόλας; Λέει η Κορίνα απορημένη

– Ναι έχω μαγειρέψει.. Είναι πάνω στο…

– Ναι εντάξει το είδα. Αλλά πώς και φεύγεις τέτοια ώρα;

– Εε.. ξέμεινα από τσιγάρα, αλλά θα πάω κέντρο. Θα έρθω σε κανένα μισάωρο.

– Οκέι. Απαντάει και κλείνω την πόρτα.

Ανέβηκα επάνω. Ξαφνικά, θυμήθηκα και τα νεύρα που είχα και όσα ήθελα να πω.

– Γεια σου Ξανθούλα… πέρασε… Τι να σου προσφέρω;

Το σπίτι που είδα δεν ήταν ακόμα έτοιμο, δεν είχε όλα τα έπιπλα και μύριζε μπογιά. Ήταν κάτασπρο και είχε παντού κουτιά με αντικείμενα.

– Μάξιμε. Σοβαρά τώρα; Λοιπόν άκου να δεις, δεν ξέρω τι παιχνίδι παίζεις αλλά με φέρνεις συνέχεια σε δύσκολη θέση επειδή δεν μπορώ να καταλάβω τι θέλεις από μένα.

Γυρνάει και με κοιτάει με οργή. Αλλά προφανώς θυμόταν τι έγινε χθες και προσπάθησε φανερά να συγκρατηθεί.

– Εσύ τι παιχνίδι παίζεις! Εσύ! Γιατί λες ψέμματα ότι δεν με θυμάσαι, αφού ο Νίκος στα ξέρασε όλα και τα ξέρεις! Τι κάνεις, προσπαθείς να με αποφύγεις; Τέτοιος άνθρωπος είσαι; Ξανθή αυτό θέλεις;

Ένιωσα τρομερή Ν Τ Ρ Ο Π Η. Έπρεπε να πάρω τηλέφωνο τον Νίκο να του πω τι είχε γίνει και οπωσδήποτε να του έλεγα για τη σημερινή μου επίσκεψη.

Είχα δύο επιλογές. Η πρώτη ήταν, να του ζητούσα συγγνώμη και να του παραδεχόμουν ότι τον θυμάμαι. Η δεύτερη ήταν να συνέχιζα το παραμύθι που πουλούσα και σε αυτόν αλλά και στον ίδιο μου τον εαυτό. Αποφάσισα να γίνω διπλωματική και να το αφήσω να κυλήσει ομαλά

– Δεν είχα καμία πρόθεση να σε αποφύγω. Δεν είχα τέτοια πρόθεση αρκεί να είσαι πιο ξεκάθαρος απέναντί μου.

– Δεν υπάρχει κάτι πιο ξεκάθαρο. Παρέα ήθελα να κάνουμε. Να τα πούμε μετά από τόσα χρόνια.

Δεν απάντησα κάτι. Καθόμουν και τον κοιτούσα ήρεμη για λίγο επιτέλους.

– Πρέπει να κατέβω. Η Κορίνα θα με ψάχνει.

– Εντάξει. Καληνύχτα. Είπε θυμωμένος και παρόλο που ξαφνιάστηκα δεν έδωσα περαιτέρω σημασία.

Η βδομάδα κύλησε ομαλά με τον Μάξιμο να με συναντάει κάποιες φορές στο ασανσέρ. Φερόταν περίεργα.
Αρκετά περίεργα.

Με αγνοούσε όλες τις μέρες που δούλευα εκτός από το Σάββατο. Δεν ξέρω πως γινόταν αυτό, αλλά ως δια μαγείας εμφανιζόταν στα κλαμπ που πήγαινα παρέα μου τα Σάββατα.
Εκείνο το Σάββατο, τον πέτυχα στην είσοδο του κλαμπ που είχαμε πάει.

– Πέρνα μετά να σε κεράσω ένα ποτάκι. Μου λέει αλλά είχα ήδη κουραστεί. Πάλι όμως βρήκε τρόπο να μου τραβήξει την προσοχή.

Άρχισε να μπλέκει σε καβγά με έναν τυπά και όταν είδα τον άγνωστο να τον πιάνει από το λαιμό, χώθηκα ανάμεσα τους τον χαστούκισα, έκανα νεύμα στα παιδιά ότι θα επιστρέψω και έβαλα τον Μάξιμο στο αυτοκίνητο για να τον γυρίσω σπίτι.

Η Ελίνα είχε πάθει σοκ και ήξερα ότι χρωστούσε πολλές εξηγήσεις ήδη από την προηγούμενη εβδομάδα.
Ο Μάξιμος είχε τρελαθεί και εγώ προσπαθούσα να μην κλάψω. Φώναζε:

– Δεν είναι δυνατόν! Δεν είναι σωστό αυτό Ξανθή! Εγώ έπρεπε να σε γυρίσω σπίτι όχι εσύ εμένα!

– Εσύ να κάτσεις στα αυγά σου και να ξεκουραστείς. Θα τα συζητήσουμε όλα αύριο.

Είπα και ευχόμουν αυτό το αύριο να μην ερχόταν ποτέ.
Τον βάζω να ξαπλώσει και τον ρωτάω

– Ζαλίζεσαι;

– Όχι γαμώτο… όχι…

– Σου άφησα ένα ποτήρι νερό στο κομοδίνο. Να κοιμηθείς και ξέχνα τα όλα τώρα.

Ούτε εγώ η ίδια δεν πίστευα τι έλεγα.
Κάνω να σηκωθώ.

– Ξανθή!!

– Τι φωνάζεις έτσι βρε; Εδώ είμαι.

– Μην φύγεις. Κάτσε εδώ να με προσέχεις όσο θα κοιμάμαι.

– Δεν μπορώ πρέπει να πάω στα παιδιά. Θα έχουν ανησυχήσει πολύ.

– Ξανθή… Είπε με τρομακτική φωνή.
Αν φύγεις, θα αυτοκτονήσω.

Πάγωσα. Τι λέει;!
Εντάξει ηρέμησε. Είναι μεθυσμένος.

– Ο τρόπος που ψάχνεις για να με κάνεις να αισθανθώ ενοχές δεν πιάνει σε μένα. Καληνύχτα.

– Καληνύ…χτα, είπε κομπιάζοντας.

Κατέβηκα τρέχοντας τις σκάλες καταφοβισμένη. Τι ΣΚΑΤΑ; Δεν γίνεται να συμβαίνει αυτό σε μένα.
Γύρισα στο κλαμπ και έκανα σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Τα παιδιά ανησύχησαν και είπα απλώς ότι ο φίλος μου είχε μεθύσει και τον γύρισα σπίτι.

Το νου σου ε. Δεν μου αρέσει πολύ αυτός ο φίλος σου. Είπε ο Άλεξ. Που και να ξερες. Σκέφτηκα.
Όλο το βράδυ προσπαθούσα να επεξεργαστώ τι έχει συμβεί όλες αυτές τις μέρες και να το μεταφράσω σε συναισθήματα.

Ένιωθα ενοχές που δεν παραδεχόμουν την αλήθεια. Που ήξερα ότι έπρεπε να τον βοηθήσω να συνεχίσει την αγωγή που είχε αρχίσει ή βασικά, να το συζητήσω μαζί του. Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι δεν έχω καν ιδέα πως βρέθηκε στη γειτονιά μου και γιατί και αυτό ήταν πολύ τρομακτικό.

Ήθελα να μιλήσω στο Νίκο ή στην Ελίνα… δεν έβρισκα το κουράγιο.
Την επόμενη μέρα έφτιαξα μια ζεστή σούπα και ανέβηκα πάνω.

Άργησε πολύ να μου ανοίξει την πόρτα. Λες να είναι με καμία; Μπα… αποκλείεται. Βλακείες. Ο άνθρωπος μόνο που δεν λιποθύμησε.

Ανοίγει την πόρτα με κλειστά μάτια. Είχε αλλάξει ρούχα. Φορούσε ένα κοντομάνικο μαύρο μπλουζάκι και μια ασπρόμαυρη καρό φόρμα. Πηγαίνει κατευθείαν και ξαπλώνει στο κρεβάτι.

Συγγνώμη που με είδες έτσι. Έχω ντραπεί πάρα πολύ.

– Δεν πειράζει. Σου έφερα λίγο να φας και θα πάμε να πάρεις το αυτοκίνητο σου από το παρκινγκ.

– Σε ευχαριστώ πάρα πολύ.

Γυρνάει και με κοιτάει. Τον αφήνω να μου χαϊδέψει το μάγουλο που τόσο πολύ προσπαθούσε τόσες μέρες και ξαπλώνει πάλι. Κλείνει τα μάτια και αρχίζει να μου τραγουδάει το τραγούδι από το Ντάμπο το ελεφαντάκι που θυμόταν ότι μου άρεσε από μικρή και γελάει.
Γελάω και εγώ.

– Θυμάσαι ε;

– Στο είπα. Λέει και ανοίγει τα μάτια.

Farewell

Σκύβω και τον φιλάω, ασυναίσθητα. Απλώς μου βγήκε να το κάνω. Ακολούθησαν ακόμα πιο παθιάρικες στιγμές. Μάλλον δεν ήταν σωστό όλο αυτό, αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν το μόνο που φάνηκε να ταιριάζει.
Ακολούθησε πλήρη σιωπή. Έφαγε, άλλαξε και μπήκαμε στο αυτοκίνητο με προορισμό το κλαμπ.

Στο δρόμο, άρχισα να κάνω τις απαραίτητες ερωτήσεις.

– Γιατί μαλώσατε χθες;

– Μου το’ παιζε μάγκας ο άλλος και σπάστηκα. Κρατήθηκα πάρα πολύ να μην τον χτυπήσω αλλά παραδόξως το έκανες εσύ. Δεν το περίμενα, αλλά ευχαριστώ. Απάντησε με παράξενη απάθεια.

– Γιατί ήρθες εδώ;

– Θα επιστρέψω στη βάση μου. Ήθελα να τακτοποιήσω κάποιες εκκρεμότητες.

Φοβόμουν να ρωτήσω πολλά πολλά. Ο Μάξιμος είχε περίεργες και απότομες αντιδράσεις. Αναστατώθηκα που θα φύγει αλλά δεν ήθελα να του το δείξω.

– Μάξιμε καταλαβαίνεις ότι πρέπει να συνεχίσεις την αγωγή σου, έτσι; Ρώτησα δειλά.

– Αυτό ξέχασέ το. Δεν υπάρχει περίπτωση.

Ήθελα να κλάψω αλλά δεν θα είχε νόημα… Δεν θα είχε…
Φτάσαμε στο κλαμπ και πριν μπει στο αυτοκίνητο με φίλησε έντονα και μου είπε:

– Αν δεν σε δω, να προσέχεις. Δεν ξέρω αν θα τα ξαναπούμε. Καλύτερα όμως να μην είμαι εδώ. Αρκετά έχω ταράξει τη ζωή σου. Εκτύπωσε τις φωτογραφίες και ταχυδρόμησε τες μου εδώ…
Λέει και μου δίνει ένα χαρτί.

– Άμα θέλεις, έλα να με βρεις. Όποτε θέλεις και τα Χριστούγεννα θα σε περιμένω αν θέλεις. Θα μου λείψεις πάρα πολύ. Α… και κάτι τελευταίο. Μην τρομάξεις πολύ όταν γυρίσεις σπίτι σου.

Και έγινε καπνός. Δεν το είδα από τότε. Ούτε αποφάσισα ποτέ να πάω στο Λονδίνο να τον βρω. Δεν αισθανόμουν καθόλου σίγουρη για τη συνέχιση μιας τέτοιας περιπέτειας. Γύρισα σπίτι μου και βρήκα μέσα στο σαλόνι ένα πελώριο, τεράστιο, Ντάμπο-κούκλα και την Κορίνα να τρώει πρωινό δίπλα του χαμογελώντας σαν χαζή.

Δεν ξέρω πόσα σοκ να αντέξω.
Στην προβοσκίδα του είχε ένα μικρό φάκελο. Τον ανοίγω.

«Και μην με ξεχάσεις… θα σε περιμένω!» έγραφε.

– Λοιπόν κυρία μου έχεις πολλές εξηγήσεις να δώσεις μου φαίνεται!…

Γράφει η Κατερίνα Βουρσούκη

Διαβάστε επίσης

Close