"Όσο ζεις" της 'Ελλης Πράντζου

«Όσο ζεις» της ‘Ελλης Πράντζου

Αν έχεις φλερτάρει ποτέ με την απελπισία, ξέρεις. Ξέρεις ότι θέτεις σε κίνδυνο όλα όσους αγαπάς. Εκείνα που φλερτάροντας μαζί της και μισώντας τον απελπισμένο εαυτό σου δε θες να τους αγαπάς. Γιατί πιστεύεις πως δε σου αξίζει να τους έχεις, πως δεν αξίζεις εσύ σ’ εκείνους αλλά κάτι καλύτερο. Καλύτερο από σένα. Φοβάσαι πως όταν κι εκείνοι το καταλάβουν θα φύγουν αφήνοντάς σε απελπισμένο κι άδειο από οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να δώσει ένα νόημα. Γι’ αυτό αν έχεις αγκαλιάσει την απελπισία, ξέρεις. Ξέρεις πως δεν είναι ότι δε σε νοιάζει αν είσαι καλά, τι θα μπορούσες να έχεις και τι δεν έχεις στο τώρα σου. Είναι ότι δε σε παίρνει να νοιάζεσαι. Πως μοναδική σου επιλογή φαντάζει να γράφεις όπου δεν πιάνει μελάνι όσα σε πονάνε αφού η σύγκριση με όσα χάνεις κάνει ακόμη και τις άμυνές σου όλο και πιο αβάσταχτες.

Αν έχεις γίνει ένα με την απελπισία, ξέρεις. Ξέρεις πως δε θα ήθελες να είσαι αχάριστος αλλά, γαμώτο, όσο κι αν γουστάρεις το μαύρο χρώμα δεν ταιριάζει στη ζωή. Ξέρεις πως η ζωή γαμάει αλλά σε γαμάνε επίσης κι όσα δε σε αφήνουν ήσυχο να τη ζήσεις όπως θα ήθελες. Όπως θα σου άξιζε. Αν δεν ήσουν τελικά τόσο απελπισμένος. Κι αν δε σκόνταφτες διαρκώς πάνω σε όλες εκείνες τις καλά κρυμμένες τρικλοποδιές που ο ίδιος ο εαυτός σου βάζεις τελικά στις μέρες σου. Φαύλος κύκλος η απελπισία. Άμα πέσεις μέσα στη δίνη της είναι εκείνη που σε βουλιάζει στα σπλάχνα της ακόμη πιο πολύ. Κι αν έχεις υπάρξει απελπισμένος, ξέρεις.

Νομίζουν ότι μισείς τον εαυτό σου όντως. Δεν είναι ολοκληρωτικά αυτός που μισείς στ’ αλήθεια, ωστόσο, αλλά όλα εκείνα που έκανες ή δεν έκανες και τα οποία δεν του επέτρεψαν μέχρι τώρα που μιλάμε να είναι αληθινός, να υπάρχει. Τον αληθινό, ναι, θα τον αγαπούσες. Όμως αυτός εδώ, ο απελπισμένος, πνίγει κάθε αληθινό στοιχείο σου στα μάτια των άλλων. Κι είναι απελπισία να μην μπορείς να κάνεις πράξη όλα όσα ξέρεις ότι τελικά μπορείς. Μήπως όμως κι η απελπισμένη σου πλευρά κομμάτι δικό σου δεν είναι;

Όπως κι όλα όσα έκανες ή δεν έκανες. Nαι. Κι αυτά δικά σου είναι, κι αυτά κομμάτια σου. Τι λαβύρινθος το μυαλό σου, αλήθεια! Κι όμως, το ξανασκέφτεσαι και καταλήγεις πως εεκείνα που σε εμπόδισαν να προχωρήσεις άλλοι σου τα έχουν φυτέψει. Ξένα σώματα μέσα σου που παλεύει ο οργανισμός σου να ξεράσει. Γιατί το κακό ήταν πως τους άφησες. Αν έχεις υπάρξει απελπισμένος, ξέρεις. Εκεί που μπερδεύεσαι είναι στο αν σε έχουν απελπίσει οι άνθρωποι ή η ζωή. Δε θέλεις να πιστέψεις πως η ζωή σου φταίει, είπαμε, την αγαπάς. Έστω κι απελπισμένος την αγαπάς κι ίσως αυτό να είναι το πιο οδυνηρό απ’ όλα. Ότι θέλεις να τη ζήσεις. Κι είναι σαν να σε έχουν δέσει από τον λαιμό με ένα δίμετρο λουρί μέσα στη μέση ολόκληρου του κόσμου. Αν έχεις υπάρξει απελπισμένος καταλαβαίνεις.

Όχι, δεν επαναπαύεσαι ρίχνοντας ευθύνες μόνο στους άλλους. Απλώς κακά τα ψέματα ακόμη κι όταν αναλαμβάνεις πλήρως την κάθε ευθύνη σου, ακόμη κι όταν παραδέχεσαι το κάθε παραμικρό παράπτωμά σου, ένα ανεπαίσθητο αλλά ανελέητο κενό μέσα σου μοιάζει να μην πείθεται πως φταις πάντα εσύ για όλα. Αν έχεις υπάρξει απελπισμένος, ξέρεις.

Πώς ξέφυγες, λοιπόν; Μήπως ξεκίνησες να δρας παρά την απελπισία μέχρι που η ζωή πήρε χρώμα άλλο μέσα από τις πράξεις σου; Στην αρχή μηχανικές, σκεπτόμενος κάπως σαν “δεν έχω τίποτε άλλο να χάσω οπότε δρω για να μην πεθάνω”. Μετά σιγά σιγά σαν κάτι να απέκτησε γεύση διαφορετική. Σαν κάτι να πήρε νόημα καθώς συνέχιζες την πορεία σου, σαν κάτι, κάπως, κάπου να έλαμψε μοιάζοντας με διέξοδο. Άρχισες να πράττεις έχοντας ξεχάσει φαινομενικά όλα σου τα όνειρα μέχρι που συνειδητοποίησες πως μέσα από τις πράξεις σου ξαφνικά κατέληξες να τα πλησιάζεις όλο και πιο πολύ διασχίζοντας δρόμους που δεν είχες καν διανοηθεί πως θα μπορούσαν να σε οδηγήσουν σε αυτά.

Και μήπως έτσι ξέφυγες στην τελική; Πηγαίνοντας κόντρα στην απελπισία; Πηγαίνοντας κόντρα στα κομμάτια που σου φύτεψαν βήμα βήμα, μέρα με τη μέρα, συμπεριφορικά; Γνωρίζοντάς σε; Κι αν της ξέφυγες μήπως δεν ήσουν από πάντα στ’ αλήθεια απελπισμένος μα περισσότερο φοβισμένος; Μήπως συνειδητοποίησες ότι πολλές φορές βαφτίζουμε τον φόβο απελπισία για να μη βλέπουμε τις επιλογές που μας τρομάζουν; Έστω κι “εκ των υστέρων”. Όσο ζεις δε γίνεται τίποτε κατόπιν εορτής.

Αν έχεις νιώσει απελπισμένος μα ξέφυγες, ξέρεις. Αν σου ξαναχτυπήσει η απελπισία την πόρτα θυμίσου.

 

Κείμενο: Έλλη Πράντζου

Διαβάστε επίσης

Close