Τρία ποιήματα του σπουδαίου ιστοριοδίφη, Γιάννη Βλαχογιάννη

Τρία ποιήματα του σπουδαίου ιστοριοδίφη, Γιάννη Βλαχογιάννη

Ο Ιωάννης Βλάχος ( Γιάννης Βλαχογιάννης) γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου του 1867 στη Ναύπακτο και υπήρξε σπουδαίος συγγραφέας και ιστοριοδίφης της Ελλάδας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Οδυσσέας Βλάχος και η μητέρα του Αναστασία Γκιώνη. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην Ναύπακτο και τελείωσε τις γυμνασιακές σπουδές του στην Πάτρα. Το 1886 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών στο τμήμα Φιλολογίας, χωρίς όμως να ολοκληρώσει ποτέ τις σπουδές του. Δούλευε παράλληλα ως δάσκαλος σε κατ’οίκον μαθήματα, επιμελητής στην «‘Εφημερίς» και συντάκτης στην «Εστία».

Το φιλολογικό του ψευδώνυμο ήταν Γιάννης Επαχτίτης (Έπαχτος ήταν η λαϊκή ονομασία της Ναυπάκτου), με το οποίο εξέδωσε τα πρώτα του λογοτεχνικά κείμενα.

Ήταν ο πρώτος που εξέδωσε τα Απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη, το 1907, αλλά κι ο πιο σημαντικός εκδότης των ντοκουμέντων της Επανάστασης του 1821: Τα Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Σπυρομήλη, τα Ενθυμήματα Κασομούλη και διάφορα άλλα αρχεία.
Υπήρξε στενός φίλος του Αλέξανδρου Παπαναστασίου και έμπιστος συνεργάτης του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος τον διόρισε διευθυντή των Γενικών Αρχείων του Κράτους.
Πέθανε στις 23 Αυγούστου του 1945 σε ηλικία 78 ετών.

 

Διάβασε τρία ποιήματα του ξακουστού συγγραφέα και ιστοριοδίφη από τη Ναύπακτο:

«Το Χάραμα»

Ἡ Νύχτα, ἡ Γύφτισσα, σιγὰ
βουβὰ διαβαίνει
λυώνουν στὰ χέρια της ἀργὰ
τὰ μάγια, ποὺ ὅλο ὑφαίνει, ὑφαίνει

Κι’ ἡ Ροδομάγουλη ξυπνάει
καὶ κυνηγήτρα
κόρη, τὴ λάμια κυνηγάει
μὲ ρόδα, ποὺ κρατεῖ, καὶ κίτρα

Πέρα στὸν ξάστερο οὐρανὸ
χρυσοὺς ἁπλώνει
πέπλους ἡ κόρη − ὡς τὸ βουνὸ
φτάνουν τὰ κρόσσια της κι’ ἡ ζώνη

Φιλεῖ μ’ ἀνάβλεμμα γλαρὸ
τὸν Παρθενῶνα
φλόγινο στέφανο κι’ ἱερὸ
πλέκει στὴν κάθε του κολόνα

Καὶ στοῦ πελάου τὴ θαμπερὴ
πλάκα ἔχει στρώσει
τὰ ὁλόδροσα ποὺ λαχταρεῖ
μαγνάδια ἡ νύφη νὰ στεγνώση

Ξυπνάει τ’ ἀγέρι, ποὺ βαθιὰ
στοῦ κάμπου κάτου
νειρεύονταν τὴν ἀγκαλιὰ
ροδόκρινο τὸ ξύπνημά του

Τώρα στὰ φύλλα τραγουδεῖ
νὰ τὰ ξυπνήση
κάθε ἀνθοστόλιστο κλαδὶ
τὸ φίλημά του νὰ φιλήση

Καὶ τὰ πουλιὰ στὴ σκοτεινὴ
καὶ τρομασμένη
κλίνη θ’ ἀφήσουν τὴ στερνὴ
λαχτάρα, ποὺ τ’ ἁλυσοδένει

Κρυφομιλήματα γλυκὰ
ταιριάζουν πάλι
παράπονα, ὄνειρα κακὰ
θέλει καθένα τους νὰ ψάλη

Μὰ φεύγουν τὰ ὄνειρα μαζὶ
μὲ τὸ σκοτάδι,
κ’ ἡ ἀγάπη ν’ ἀγαπάη, νὰ ζῆ
μόνο θυμᾶται ὡς τ’ ἄλλο βράδυ

Διώχνει κάθε ἦχος χαρωπὸς
ἦχο θλιμμένον
κάθε γοργόφτερος σκοπὸς
δειλὸν σκοπὸ κι’ ἀρρωστημένον

Κ’ εἶναι ἡ χαρὰ γιὰ τὶς χαρές,
ποῦ φέρνει ἡ μέρα
κ’ ἡ θλίψη γιὰ τὶς ἰσκιερὲς
Ὧρες ποὺ σβύνουν στὸν αἰθέρα

Κι’ εἶναι ἡ χαρὰ γιὰ τὴν Αὐγή,
ξανθὴ παρθένα,
ποῦ διαλαλεῖ σ’ ὅλη τὴ γῆ
μ’ ἄνθη τριγύρω σκορπισμένα

Τὸν Ἥλιο τὸν τριποθητὸ
καὶ βασιλιά της
ποὺ ἀκολουθεῖ ὡς τὸν Ὑμηττὸ
πάντα τὴν ἄφταστη ἀγκαλιά της.

 

«Το παράπονο του τρυγονιού»

Πές μου, σύ, ὄψη μου γλυκειά, ψυχή ποὺ δὲ μὲ νοιώθεις
Σύ, ποὺ μὲ χίλιες μαριολιὲς πικρὲς ἀγάπες κλώθεις.
Βαθειὰ μὲ τρώγει ὁ πόνος σου κ’ ἡ φλόγα μὲ μαραίνει,
Ὁ νοῦς μου μὲς σὲ σύννεφα πυκνὰ κρυμμένος μένει
Στὴν γῆν ἀφίνει χαμηλὰ τὸ δειλιασμένο σῶμα,
Καὶ θέλει πέρα ν’ ἀνεβῆ κι’ ἀπὸ τ’ ἀστέρι ἀκόμα
Τ’ ἄπειρο χάος, ἄπειρος, νὰ πάρῃ, συντροφιά του,
Τὰ μάτια, ἀκίνητα, ποτὲ νὰ μὴ γυρίσῃ κάτου
Νὰ σβύσῃ, νὰ λησμονηθῇ, νὰ λησμονήσῃ πάλι
Λόγο πικρόν, παράπονο σκληρὸ γιὰ νὰ μὴ βγάλῃ!

Σὰν τὸ πουλὶ τ’ ἀδύνατο, ποὺ μάχετ’ ὁλημέρα,
Μάχεται νὰ λευτερωθῆ, νὰ βγῇ, νὰ φύγῃ πέρα,
Στὴ φυλακή του ἀπ’ ἄσπλαχνη κακὴ καρδιὰ κλεισμένο
Ποὺ ἀνήσυχο, ἀνημέρευτο, ποὺ ἀμίλητο, θλιμμένο
Συχνοπετάει κι’ ἂν ὄμορφο νὰ εἰπῆ ποτὲ θελήση
Τραγοῦδι, σὲ λυπητερὸν σκοπὸ θὰ τὸ γυρίσῃ.
Ὅσες ἡμέρες διάβηκαν χρυσὲς τότε θὰ ψάλῃ
Κι’ ὅσες περνοῦν ἀφώτιστες, κι’ αὐτὲς θὰ κλάψῃ πάλι.
Τέτοιο κι’ ἐγώ, φτωχὸ πουλί, μὲ τὰ φτερὰ κομμένα,
Μ’ ὅσα του ὀνείρατα, ὅλα νεκρὰ σ’ ἐμένα,
Νύχτα καὶ μέρα δέρνομαι χωρὶς ἐλπίδα, ἐμπρός σου
Χωρὶς ἐλπίδα σέρνομαι δεμένος στὸ πλευρό σου!
Πολλὲς φορὲς ὁ λογισμὸς μ’ ἁρπάζει φτερωμένος
Πλάνος, ἀπὸ τὸν πόθο μου κι’ ὁ ἴδιος πλανεμένος.
Μακριὰ ‘πὸ σέ, σ’ ἀπάτητο κι’ οὐράνιο μονοπάτι,
Ποὺ ἐνῶ θαρρῶ στ’ ὀνειρευτὸ πὼς ὁδηγάει παλάτι
Δροσιὰ τῆς ἄσβυστης φωτιᾶς, τῆς θάλασσας γαλήνη
Ἐλπίδα μόνη κι’ ὑστερνή, ποὺ κάθ’ ἐλπίδα σβύνει,
Ἐκεῖνο πάλι, μὲ σκληρὰ γυρίσματα, κοντά σου,
Μὲ φέρνει νὰ σ’ ἀκολουθῶ, δοῦλος στὰ βήματά σου.
Ὅθε περνούσαμε μαζὶ τὰ δυὸ νὰ μὲ περάση
Κ’ ἐνῶ γελοῦσε μιὰ φορά, τώρα νὰ κλαίῃ ἡ πλάσι
Τὸ μέρος ποὺ πρωτάναψες στὰ στήθη μου τὴ λαύρα,
Τ’ ἄλλα σημάδια, ποὺ ἔλαμπαν, καὶ τώρα μοιάζουν μαῦρα
Νὰ ἰδῶ, ποὺ τῆς ἀγάπης μας τὰ περασμένα κλαῖνε
Κι’ ὅσα καθάρια χρώματα τὶς ὀμορφιές σου λένε,
Νὰ βλέπω ἐδῶ τὰ χείλη σου κ’ ἐκεῖθε τὰ μαλλιά σου
Καὶ κάπου ἀλλοῦ τὰ μάτια σου κι’ ἀλλοῦ τὴ φορεσιά σου…
Κάθε πουλὶ σὰν κελαδῆ, κάθε νερὸ σὰν πάῃ,
Στολίδια νὰ σοῦ μαρτυρῇ καὶ χάρες νὰ μετράῃ…
Ὅλες τῶν φύλλων οἱ πνοὲς κι’ οἱ ψίθυροι τοῦ ἀέρα,
Γεμάτη ἡ φύσις ἀπὸ σέ, γεμάτη νἆναι ὡς πέρα!

Πές μου, σύ, ὄψη μου γλυκειά, ψυχὴ ποὺ δὲ μὲ νοιώθεις.
Σύ, ποὺ μὲ χίλιες μαριολιὲς πικρὲς ἀγάπες κλώθεις,
Γιατί, κι’ ἂν θέλω, δὲ μπορῶ, χωρὶς ἐσὲ νὰ ζήσω,
Πικρὰ νὰ σὲ καταρασθῶ, σκληρὰ νὰ σὲ μισήσω;
Πές μου ἀφοῦ τόσα μυστικὰ κρατεῖς μὲς τὴν καρδιά σου…
Κάμε τὴ χάρι, ποὺ ὑστερνὴ ζητῶ ἀπὸ σέ, στοχάσου!

 

«‘Απολύτρωση»

Ψυχούλα ὁλόγυρα στὸν τάφο σου
κύτα ξανὰ μὴν φτερουγίσης
γιατί τὰ κόκκαλα βαθύτατα
κοιμῶνται, καὶ μὴν τὰ ξυπνήσης

Γιατί ἡ Κατάρα, ποὺ σ’ ὀργίστηκε
κρατεῖ τὴν πλάκα σφαλισμένη
κι’ ἂν σὲ νοιαστῆ, μεσ’ τὸ καρτέρι της,
ἐκεῖ θὰ μείνης σκλαβωμένη

25 Αὐγούστου 1906

 

Επιμέλεια – Κείμενο: Δάφνη Τσάρτσαρου

Διαβάστε επίσης

Close