Τζίμι Χέντριξ: Ο σπουδαίος κιθαρίστας της ροκ σκηνής

Τζίμι Χέντριξ: Ο σπουδαίος κιθαρίστας της ροκ σκηνής

Ένα όνομα και μια φυσιογνωμία που σίγουρα έχεις δει και έχεις ακούσει ουκ ολίγες φορές. Γεννήθηκε ως Τζόνι Αλεν Χέντριξ στο Σιάτλ στις 27 Νοεμβρίου 1942. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο πατέρας του Αλ Χέντριξ ‘αλλαξε το όνομα του γιου του σε Τζέιμς Μάρσαλ, κάνοντας τον έτσι γνωστό στη γειτονιά του με το υποκοριστικό Τζίμι. Στα 9 του χρόνια, οι γονείς του παίρνουν διαζύγιο και ο νεαρός Τζίμι ζει για μεγάλο διάστημα με τη γιαγιά του, μισή Ινδιάνα Τσερόκι.

Στα 14 χρόνια του, βρίσκει στα σκουπίδια μια κιθάρα που της έχει απομείνει μια χορδή και τη φοράει συνεχώς πίσω από την πλάτη του, σαν άλλος «Τζόνι Γκιτάρ». Παράλληλα, λατρεύει τη μουσική και ακούει μανιωδώς δίσκους τους Muddy Waters, του Elvis Presley και του Little Richard. Δύο χρόνια αργότερα, ο πατέρας του του αγοράζει μια ηλεκτρική κιθάρα, με την οποία ξεκινάει να παίζει σε διάφορα τοπικά γκρουπ, κερδίζοντας την προσοχή του κόσμου με το ταλέντο και το χάρισμα του να παίζει με δεξιόχειρη κιθάρα, όντας αριστερόχειρας.

Τα επόμενα χρόνια τον βρίσκουν στον αμερικανικό στρατό, όπου γνωρίζει τον μπασίστα Μπίλι Κοξ και γίνονται στενοί φίλοι. Σε λιγότερο από ένα έτος, απολύεται λόγω κακής διαγωγής. Το 1962, μπαίνει για πρώτη φορά σε στούντιο, στο Τενεσί. Εκεί συνεργάζεται με άλλους μουσικούς, όπως ο Σαμ Κουκ και ο Τζάκι Γουίλσον. Τον Ιανουάριο του 1964 μετακομίζει στη Νέα Υόρκη και τον επόμενο μήνα κερδίζει ένα διαγωνισμό στο θέατρο «Apollo» για ερασιτέχνες μουσικούς. Στη συνέχεια συνεργάζεται με σπουδαία ονόματα, όπως οι Isley Brothers, ο Curtis Knight και το ίνδαλμά του Little Richard.

To 1966 σχηματίζει το δικό του γκρουπ, τους «Jimmy James and the Blues Flames», στη Νέα Υόρκη. Την εποχή εκείνη γνωρίζει τον Frank Zappa, ο οποίος του μιλά για το «πεταλάκι» wah-wah, που μόλις είχε ανακαλυφθεί. Ο Χέντριξ το ενσωματώνει στην κιθαριστική του παλέτα, μαζί με την «παραμόρφωση» και την «ανάδραση» και κάνει τα μουσικά εφέ σήμα κατατεθέν του.

Με τη βοήθεια του Τσας Τσάντλερ των Animals, εγκαθίσταται στο Λονδίνο και έχοντας ως μάνατζερ τον τελευταίο, δημιουργεί το συγκρότημα The Jimi Hendrix Experience, με τον Νόελ Ρέντιγκ στο μπάσο και τον Μιτς Μίτσελ στα ντραμς. Παίζουν σε διάφορα μαγαζιά για ένα διάστημα, ώσπου υπογράφουν στην Track Records, δισκογραφική εταιρεία των Who, και ηχογραφούν τρία σινγκλ, που όλα μπαίνουν στο Top-10: «Hey Joe», «The Wind Cries Mary» και το μοναδικό Purple Haze, με τις παραμορφωμένες κιθάρες, που έμελλε να επηρεάσει όσο κανένα τραγούδι τη διαμόρφωση της ροκ μουσικής των επόμενων ετών.

Στις 12 Μαΐου του ’67 κυκλοφορεί και το πρώτο του άλμπουμ, το οποίο γνωρίζει τεράστια επιτυχία. Λίγες μέρες μετά, βάζει για πρώτη φορά φωτιά στην κιθάρα του επί σκηνής, κάτι το οποίο γίνεται συνήθειά του και σε επόμενες εμφανίσεις. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς επιστρέφει και στην πατρίδα του, όπου γίνεται κι εκεί γνωστός. Το 1967 και 1968 κυκλοφορεί ακόμα δύο άλμπουμ και ο Τσάντλερ διακόπτει τη συνεργασία μαζί του, λόγω της τελειομανίας του. Τότε, ο Χέντριξ, αρχίζει να πειραματίζεται ακόμα περισσότερο στη μουσική του με διάφορα όργανα και ήχους. Ο ίδιος χαρακτήρισε τη μουσική του «γήινη» για τις μπλουζ, τζαζ και φανκ καταβολές της και «διαστημική» για τους ψυχεδελικούς ήχους, που δημιουργούσε με την ηλεκτρική κιθάρα του.

Το Μάιο του ’69 συλλαμβάνεται στο αεροδρόμιο του Τορόντο για κατοχή ναρκωτικών, αλλά αθωώνεται στη δίκη. Εμφανίζεται με τη νέα μπάντα του Gypsy Sun and Rainbows ως πρώτο όνομα στο Φεστιβάλ του Γούντστοκ και κλέβουν την παράσταση με την εικονοκλαστική διασκευή του Εθνικού Ύμνου των ΗΠΑ «Star Spangled Banner».

Tο καλοκαίρι του 1970 επισκέπτεται την Ευρώπη για περιοδεία, η οποία είναι και η τελευταία του. Νωρίς το πρωί της 18ης Σεπτεμβρίου ο Τζίμι Χέντριξ βρίσκεται νεκρός στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στο Λονδίνο, κάτω από συνθήκες που δεν έχουν διευκρινιστεί μέχρι σήμερα. Η αγάπη του για το αλκοόλ και τις ουσίες, σε συνδυασμό με ένα μελαγχολικό ποίημα που βρέθηκε στο κρεβάτι του, οδηγούν στις υποψίες για αυτοκτονία. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, είχε αμέτρητες ερωτικές σχέσεις, δύο από τις οποίες του χάρισαν και δύο παιδιά.

Επιμέλεια – Κείμενο: Δάφνη Τσάρτσαρου

Με πληροφορίες από τη Βικιπαίδεια

 

Διαβάστε επίσης

Close