Γράμμα στη Ντ.

Γράμμα στη Ντ.

Στις 24 Σεπτεμβρίου του 2007 ο φιλόσοφος Αντρέ Γκορζ και η γυναίκα του, Ντορίν, βρέθηκαν νεκροί στο σπίτι τους στη Γαλλία. Είχαν αυτοκτονήσει δύο μέρες νωρίτερα.

Το 2006 ο Γκορζ έγραψε το «Γράμμα στη Ντ.» Η Ντορίν έπασχε από επώδυνη και ανίατη ασθένεια.

«Γίνεσαι ογδόντα δύο χρονών. Έχεις κοντύνει έξι εκατοστά, ζυγίζεις όλο κι όλο σαράντε πέντε κιλά και είσαι ακόμα όμορφη, γοητευτική και επιθυμητή. Πάνε πια σαράντα οχτώ χρόνια που ζούμε μαζί και σε αγαπώ περισσότερο από ποτέ. Νιώθω και πάλι μέσα στο στήθος ένα σπαρακτικό κενό που μονάχα η ζεστασιά του κορμιού σου πάνω στο δικό μου το γεμίζει«.

Ο Ζεράρ Χορστ, όπως ήταν το γαλλικό όνομα του Γκορζ, και η σύζυγός του Ντορίν πέθαναν ενωμένοι, όπως ενωμένοι ήταν σε όλη τους τη ζωή. Ο Γκέρχαρτ Χιρς, όπως ήταν το αυστριακό όνομα του Γκορζ, γεννήθηκε το 1923 στη Βιέννη από πατέρα Εβραίο και μητέρα καθολική.

Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία, ο Γκορζ κατέφυγε στην Ελβετία, όπου σπούδασε χημικός μηχανικός. Το 1947 γνώρισε την Αγγλίδα Ντορίν («η Αφροδίτη της Μήλου με σάρκα και οστά») και το 1949 έφυγαν για το Παρίσι, όπου και παντρεύτηκαν.

«Αν ενώνεσαι με κάποιον για όλη σου τη ζωή, βλέπεις με τον άλλον τη ζωή από κοινού και αποφεύγεις να κάνεις κάτι που διασπά ή βλάπτει τη σχέση. Η δημιουργία του ζευγαριού είναι το κοινό σχέδιο των δύο, και χρειάζεται πάντα να το επικυρώνουν, να το προσαρμόζουν, να το επαναπροσανατολίζουν ανάλογα με τις καταστάσεις που μεταβάλλονται. Θα είμαστε αυτό που θα φτιάξουμε μαζί«.

Μπορούν δύο άνθρωποι να ζήσουν για πάντα μαζί, αγαπημένοι; Αποτελούν εξαίρεση ή είναι κάτι σαν διαστροφή; Μήπως πρόκειται για ένα είδος ανθρώπων που κινδυνεύει πια να εκλείψει;

Ο Αντρέ Γκορζ δίνει μια σαφή απάντηση σ’ όλα αυτά. Το βιβλίο του δεν είναι ένας ύμνος στον έρωτα αλλά ένας ύμνος στην αγάπη και στη συμβίωση. Μετά τα φιλοσοφικά, τα πολιτικά και τα οικολογικά του δοκίμια, το πλούσιο έργο μιας ολόκληρης ζωής, μας δίνει ως κύκνειο άσμα ένα σπαρακτικό αυτοβιογραφικό χρονικό.

Ανακαλώντας και σχολιάζοντας όμορφες και δύσκολες στιγμές από το παρελθόν, συνδέει τη φιλοσοφία με τη ζωή και καταφέρνει, όπως απέδειξε κι ένα χρόνο αργότερα, να «βαδίσει προς στο θάνατο με μάτια ανοιχτά».

«Μόλις έγινες ογδόντα δύο χρονών. Είσαι ακόμα όμορφη, γοητευτική και επιθυμητή. Πάνε πια πενήντα οκτώ χρόνια που ζούμε μαζί και σ’ αγαπώ περισσότερο από ποτέ…

Τη νύχτα βλέπω καμιά φορά έναν άντρα, μέσα σ’ ένα έρημο τοπίο, να περπατά σ’ έναν άδειο δρόμο πίσω από μια νεκροφόρα. Δεν θέλω να παραβρεθώ στην καύση σου, δεν θέλω να παραλάβω ένα δοχείο με τις στάχτες σου. Ακούω τη φωνή της Κάθλιν Φέριε που τραγουδάει «Die Welt ist leer, ich will nicht leben mehr» και ξυπνάω.

Αφουγκράζομαι την αναπνοή σου, το χέρι μου σε αγγίζει. Και οι δυο θα θέλαμε να μην χρειαστεί να ζήσουμε μετά το θάνατο του άλλου. Έχουμε πει πολλές φορές ο ένας στον άλλο πως στην απίθανη περίπτωση που θα είχαμε μια δεύτερη ζωή, θα θέλαμε να την περάσουμε μαζί«.




Διαβάστε επίσης

Close