Μορφές εθισμού και θεραπεία

Μορφές εθισμού και θεραπεία

Η έννοια του εθισμού παραπέμπει είτε σε ουσίες είτε σε σταθερά επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από μία εμμονική και εκτός μέτρου αναζήτηση της απόλαυσης, και που όταν ενσωματώνονται ή υιοθετούνται από το άτομο τείνουν να παράγουν σταθερές τροποποιήσεις τόσο του νου όσο και του σώματος.

Τέτοιες ουσίες μπορεί να είναι τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, ενώ τέτοιες συμπεριφορές είναι συνήθως η ανάγκη υπερβολικής χρήσης του διαδικτύου, η καταναλωτική μανία, η βουλιμία και το πάθος του τζόγου. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων των παραπάνω μορφών εθισμού είναι ότι συνιστούν τρόπους απόλαυσης χωρίς τον Άλλον.

Παραδείγματος χάριν, το ναρκωτικό απαλλάσσει το άτομο από την αγωνία της συνάντησής του με την επιθυμία του Άλλου, και γίνεται το ίδιο ο σύντροφός του, τον οποίο θεωρεί ότι ελέγχει απόλυτα. Το άτομο ανοίγεται έτσι σε μία ποικιλία απολαύσεων που αρνούνται πεισματικά τη μεσολάβηση του Άλλου: για να αποφύγει τον κίνδυνο της συνάντησης με τον Άλλον, το άτομο μοιάζει να αποδέχεται τον κίνδυνο της δικής του νοητικής και σωματικής αποδιοργάνωσης, που οφείλεται στην αυτιστική απόλαυση της ναρκωτικής ουσίας, του αλκοόλ, του τζόγου κλπ.

Συναντούμε εδώ ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του εθισμού: η επαναλαμβανόμενη πρόσληψη μίας ναρκωτικής ουσίας, όπως άλλωστε και η εμμονική επανάληψη μίας εθιστικής συμπεριφοράς, δεν εμπλουτίζουν σε τίποτε την εμπειρία του ατόμου. Δεν του μαθαίνουν κυριολεκτικά τίποτε, γιατί είναι οι ίδιες χωρίς νόημα.

Πρόκειται πάντα για την επιστροφή ενός αδιαφοροποίητου συμβάντος: το άτομο μόνο φαινομενικά ήπιε τόσα ποτήρια, στην πραγματικότητα πίνει πάντα το ίδιο ποτήρι. Το ιδιάζον χαρακτηριστικό μίας τέτοιας απόλαυσης είναι η περιχαράκωση του ατόμου στον εαυτό του, η απόφασή του να ζήσει σε μία περιοχή από την οποία απουσιάζει ο Άλλος, η επιθυμία του να δει την ροή της απόλαυσής του να μην διαταράσσεται από την αποδοχή ή την απόρριψη του Άλλου.

Αντί για μια δυαδική σχέση, αυτό που επιτυγχάνει ο εθισμός είναι η εγκαθίδρυση μιας μοναχικής σχέση του ατόμου με το αντικείμενο της απόλαυσής του. Σε αυτό άλλωστε κρύβεται το μυστικό της δύναμής του, και επομένως της αδυναμίας στην οποία βρίσκεται το άτομο να απεξαρτηθεί από αυτό το μοτίβο της μοναχικής απόλαυσης

. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η προσκόλληση στα video games, με τα οποία μπορεί κανείς να απασχολείται επί ώρες, χωρίς να απευθύνει στον πραγματικό εξωτερικό κόσμο ούτε και να δέχεται από τον πραγματικό εξωτερικό κόσμο οποιοδήποτε μήνυμα. Εδώ, το βασίλειο της απόλαυσης είναι το βασίλειο της απομόνωσης.

Ο εθισμός ωστόσο δεν είναι μόνο ένα καθεστώς απόλαυσης που χαρακτηρίζεται από την παράκαμψη ή την αγνόηση του Άλλου. Είναι επίσης ένα καθεστώς απόλαυσης που, στις ακραίες εκδοχές του, συνιστά μία ριζική αμφισβήτηση της αρχής της διατήρησης ή προστασίας της ζωής. Στο πλαίσιο αυτό, η εθιστική ουσία παύει να συνιστά φάρμακο που καταπραΰνει την αφόρητη δυσφορία του ατόμου, και μετατρέπεται σε δηλητήριο.

Αυτή η εγγενής αμφισημία της εθιστικής ουσίας παραπέμπει ευθέως στην πλατωνική «φαρμακεία», δηλαδή στην ιδέα ότι ορισμένες ουσίες, ανάλογα με την δόση με την οποία χορηγούνται, μπορεί να λειτουργούν άλλοτε ως θεραπεία και άλλοτε ως δηλητήριο. Η ιατρική συνταγογράφηση των ναρκωτικών ουσιών φαίνεται να αξιοποιεί αυτή την αμφισημία, αφού λαμβάνει υπόψη το συχνά ρευστό όριο μεταξύ του ευεργετικού και του επιβλαβούς.

Το παράδοξο της επιθυμίας του εθισμένου ατόμου βρίσκεται στο γεγονός ότι ο προσανατολισμός του προς μία υπέρμετρη αυτιστική απόλαυση είναι ταυτόχρονα εν γνώσει του προσανατολισμός προς την σταδιακή αποδυνάμωση και, ενδεχομένως, την απώλεια της ίδιας του της ζωής. Με άλλα λόγια, το άτομο βρίσκεται σε μία κατάσταση στην οποία γνωρίζει το καλύτερο, κι όμως πράττει το χειρότερο. Έτσι, η αρχή της ευχαρίστησης όχι μόνο φαίνεται να αποκόπτεται από την αρχή της προστασίας της ζωής, αλλά, επιπλέον, στρέφεται εναντίον της.

Καθώς ενεργούν ως απόπειρες ρήξης με την συνήθη ευχαρίστηση που χαρακτηρίζεται από τη μετριοπάθεια και την εγκράτεια (και είναι επομένως αυστηρά περιορισμένη), οι εθιστικές ουσίες και συμπεριφορές οδηγούν στην εμπειρία μίας ικανοποίησης της οποίας η υπερβολή είναι συγχρόνως απόλαυση και απειλή, αφού μπορεί να οδηγήσει στην εκμηδένιση του ατόμου.

Το υπερβολικό στοιχείο στον εθισμό είναι ακριβώς ότι στοχεύει σε μία απόλαυση που είναι πέρα από την προστασία της ζωής, προκαλώντας μία ευχαρίστηση υπέρμετρη στο χείλος πάντα της δυσαρέσκειας. Πρόκειται για μία σπατάλη που οδηγεί σε αδιέξοδο, που το άτομο όχι μόνο δεν τείνει να αποφύγει, αλλά, αντίθετα, φαίνεται να το επιθυμεί και να εγκλωβίζεται έτσι σε αυτό.

Γιατί ένα άτομο γίνεται δούλος ενός τρελού αφέντη (του εθισμού) που το καταστρέφει; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει να λάβουμε κυρίως υπόψη ότι ο εθισμός είναι πρωτίστως μία διαταραχή της σχέσης του ατόμου με την απόλαυσή του, και μόνο δευτερευόντως το αποτέλεσμα των χημικών ιδιοτήτων της εθιστικής ουσίας. Για αυτόν άλλωστε τον λόγο τα ναρκωτικά, το αλκοόλ κλπ. επηρεάζουν διαφορετικούς ανθρώπους με διαφορετικό τρόπο, και μάλιστα το ίδιο άτομο με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με την χρονική συγκυρία.

Η επίδραση των εθιστικών ουσιών δεν είναι ενιαία διότι δεν εξαρτάται από τις ίδιες τις ουσίες και μόνο, αλλά από την ιδιαίτερη κάθε φορά ενσωμάτωσή τους σε μία συγκεκριμένη ψυχική δομή που διαφέρει από (εθισμένο) άτομο σε (εθισμένο) άτομο. Με άλλα λόγια, ο εθισμός υπάρχει, όμως, δεν υπάρχει ο τυπικά εξαρτημένος.

Πώς η ψυχοθεραπεία μπορεί να αντιμετωπίσει τον εθισμό; Μία θεραπευτική κατεύθυνση πρέπει να συνεκτιμήσει το γεγονός ότι υπάρχουν δύο είδη σχέσης με την απόλαυση: αφενός ανάγκη για το υπέρμετρο, το επιπλέον της απόλαυσης, και αφετέρου επικέντρωση στο συγκεκριμένο σύμπτωμα, δηλαδή σε ένα νόημα που αφορά την ψυχική ζωή του ατόμου.

Η ψυχοθεραπεία περνά κατ’ ανάγκην από την αποκρυπτογράφηση αυτού του συμπτώματος, η ερμηνεία του οποίου μπορεί να διανοίξει εκ νέου την κλεισμένη οδό προς τον Άλλον. Να εμφανίσει εκ νέου στο άτομο μια δίοδο μέσω της οποίας η επιθυμία του μπορεί να απευθυνθεί, υπερβαίνοντας την περιχαράκωσή της, ξανά στον Άλλον.

Είναι σημαντικό το άτομο να πάψει να αντιλαμβάνεται αυτή την περιχαράκωση ως αναγκαία, και να την αντιμετωπίσει ως ενδεχόμενη, δηλαδή ως δυνάμενη να αρθεί. Το κρίσιμο στο σημείο αυτό είναι να επιτευχθεί η μετατόπιση του ατόμου από την μονοσήμαντη χρήση της εθιστικής ουσίας ή της εθιστικής συμπεριφοράς στην χρήση του ερμηνευτικού λόγου, μέσω του οποίου ο εθισμός του αποκτά ένα νόημα για το ίδιο.

Έτσι, ο εθισμός παύει να είναι η έκφραση ενός βουβού παραπόνου, η διάχυτη έκκληση προς έναν ασαφή και απρόσωπο Άλλον, και αποκτά πλέον τα χαρακτηριστικά μίας προσωπικής απεύθυνσης που αρθρώνεται μέσω της ομιλίας. Το άτομο μπορεί έτσι, μιλώντας το ίδιο για το σύμπτωμά του στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ψυχοθεραπείας, να τροποποιήσει την σχέση του με την απόλαυση καθιστώντας τον εθισμό περιττό.

Βιβλιογραφία:
Rik Loose, «Μία λακανική προσέγγιση στην κλινική διάγνωση» από τον συλλογικό τόμο «Ο Lacan και η επιστήμη». Εκδόσεις Ροπή.
Ντόσια Αβδελίδη, Η τοξικομανία στην εποχή του Άλλου που δεν υπάρχει.

Μάρω Μπέλλου, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια

Πηγή: marobellou.gr

Διαβάστε επίσης

Close