Μαμά, είδα κακό όνειρο…

Μαμά, είδα κακό όνειρο…

Συχνά ο ύπνος των μικρών, όπως και των μεγάλων αντικατοπτρίζει ό,τι ζουν στην καθημερινότητά τους. Προκειμένου να δημιουργήσουμε συνθήκες για «όνειρα γλυκά» αφήνουμε στο παιδί να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο νιώθει καλά να κοιμηθεί (μέσα στο πλάνο δεν είναι το κρεβάτι των γονιών).

Μπορεί να θέλει ένα φωτάκι, κάποιο αγαπημένο αντικείμενο κάτω από το μαξιλάρι του ή αγκαλιά. Προσπαθούμε να διαβάσουμε κάποιο παραμύθι, ως μεταβατικό χώρο ανάμεσα στην καθημερινότητα και τον ύπνο αλλά και ως ευκαιρία να κουβεντιαστεί ό,τι απασχόλησε μέσα στην ημέρα και δε συζητήθηκε.

Σε περίπτωση που το παιδί μας δει κάποιο όνειρο, διαπιστώνουμε αρχικά αν είναι κάτι συγκεκριμένο ή μια διάχυτη αίσθηση για την οποία δε θυμάται λεπτομέρειες αλλά το έχει ταράξει. Στη δεύτερη περίπτωση του δίνουμε μαζί ένα όνομα αυτού που το τρόμαξε προκειμένου να μπορεί να συζητήσει αν θελήσει γι’ αυτό και αποκτώντας ένα πρώτο πρώιμο έλεγχο πάνω του, αφού το ορίζει.

Σε περίπτωση που διαπιστώσουμε ότι κάποιες από τις εικόνες μπορεί να σχετίζονται με συγκεκριμένα κινούμενα σχέδια/ παιχνίδια/ video games προσπαθούμε να περιορίσουμε τα ερεθίσματα αυτά ή και να τα αντικαταστήσουμε. Συχνά μάλιστα τα παιδιά (σχολικής κυρίως ηλικίας) ενθουσιάζονται με το να μοιράζονται μεταξύ τους φανταστικές τρομακτικές ιστορίες. Προσπαθούν να δείξουν ότι δεν ταράζονται, ωστόσο όλα αυτά μπορεί να αποτυπωθούν σε ένα «κακό» όνειρο.

Ακόμη, μπορούμε να φτιάξουμε ένα σενάριο βασισμένο σε αυτό που το φόβισε και να το παίξουμε με ήρωες κάποιους άλλους, όχι το παιδί, προκειμένου από απόσταση να δούμε τι έγινε, πώς αντέδρασαν, πώς ένιωσαν όλοι όσοι συμμετείχαν. Μπορούμε να προσθέσουμε σημεία στην ιστορία που άλλη φορά στο παρελθόν οι συγκεκριμένοι ήρωες τα έχουν καταφέρει εξαιρετικά και να ενσταλάξουμε αυτοπεποίθηση ότι και αυτή τη φορά θα τα κατάφερναν βασιζόμενοι σε πραγματικά γεγονότα της ζωής του παιδιού.

Πέρα από την εκδραμάτιση όσων εκτυλίχτηκαν στο όνειρο, όλα αυτά μπορούν να αποτυπωθούν και σε μια ζωγραφιά. Έτσι το τρομακτικό όνειρο μπορεί να αποκτήσει εικόνα, όνομα και να ντυθεί με συναισθήματα και να μιλήσουμε γι’ αυτά.

Ακόμη, μπορούμε να πούμε ότι και μεις φοβόμαστε καμιά φορά οι μεγάλοι και ότι αυτό μας κάνει πιο προσεκτικούς σε πράγματα που μπορούμε να ελέγξουμε. Επιτρέπουμε να αγγιχτούν και να μιληθούν όλα τα συναισθήματα, δύσκολα, εύκολα, άσχημα, ευχάριστα και δίνουμε χώρο στην κουβέντα χωρίς να προσπαθούμε να την τελειώσουμε γρήγορα και να κάνουμε σα να μη συνέβη ποτέ. Αποφεύγουμε φράσεις όπως «είσαι μεγάλος πια για να φοβάσαι» ή «τα αγόρια δε φοβούνται» που αυτοπεριορίζουν το παιδί και ακόμα και να ήθελε να μας εκφραστεί το πνίγει, αφού οι κοινωνικές συνθήκες «το απαγορεύουν».

Τέλος, μπορούμε αν το παιδί ξυπνήσει ταραγμένο να μείνουμε για λίγο μαζί του ή και να κουβεντιάσουμε, σε καμιά περίπτωση όμως δεν πρέπει να παγιωθεί ότι για να κοιμηθεί θα πρέπει να είμαστε μαζί. Φεύγουμε μεταδίδοντας την πεποίθηση ότι είναι ασφαλής και σταδιακά αποκτά την αίσθηση ότι δε χρειάζομαι κάποιον για να ηρεμώ και να αποκοιμάμαι. Πριν φύγουμε, διαβάζουμε ένα παραμύθι με άσχετο με το όνειρο περιεχόμενο, προκειμένου να εγγραφούν νέες εικόνες στην βραχύχρονη μνήμη του παιδιού που θα το ακολουθούν αφού κλείσει τα μάτια του και μέχρι να κοιμηθεί.

Σημαντική σε όλα τα παραπάνω είναι η δική μας στάση, τα δικά μας συναισθήματα, οι δικοί μας φόβοι που ουσιαστικά θα αντικατοπτριστούν στη μη λεκτική μας επικοινωνία με το παιδί. Αποτελούμε πρότυπα γι αυτά και άρα οφείλουμε να δείχνουμε αληθινοί, πραγματικοί, με συναισθήματα, με αδυναμίες αλλά και με πίστη στις δυνάμεις μας.

Κείμενο: Μαρία Παναγιωτάκη




Διαβάστε επίσης

Close