Θεσσαλονίκη, μια πόλη με δυο πρόσωπα.

Θεσσαλονίκη, μια πόλη με δυο πρόσωπα.

Όταν είχα πρωτοέρθει στη Θεσσαλονίκη -χρόνια πριν- ως πρωτοετής τόσο στη σχολή όσο και στην ανεξαρτησία τότε, ομολογώ ότι οι εντυπώσεις μου δεν ήταν κι οι καλύτερες.

Περπατούσα σε δρόμους βρόμικους, ανάμεσα σε πολυκατοικίες παμπάλαιες και κακοδιατηρημένες και δεν μπορούσα να κρύψω την κατάθλιψη που μου δημιουργούσε αυτή η εικόνα στην πρώτη μου γνωριμία με την πόλη η οποία θα φιλοξενούσε τα όνειρά μου.

Όταν οι γονείς οι δικοί μου και της τότε συγκατοίκου μου μας πήγαν στο σπίτι όπου θα μέναμε από ‘κει και πέρα κατά τη διάρκεια της φοιτητικής μας ζωής -το οποίο είχαν ήδη νοικιάσει και μας είχαν ενημερώσει ότι επρόκειτο για ένα από τα καλύτερα- κόντεψα να βάλω τα κλάματα χωρίς υπερβολή από την είσοδο κιόλας.

Θεοσκότεινο κλιμακοστάσιο, υπερβολικά μικρό, σχεδόν αρχαίο ασανσέρ και μια μικρή -ευτυχώς- ιδέα κλεισούρας στην ατμόσφαιρα, αποτελούσαν το σκηνικό μιας πολυκατοικίας που δε θύμιζε σε τίποτε την εποχή στην οποία ζούμε. Η υπερβολική χαρά της επερχόμενης φοιτητικής ζωής που ανοιγόταν μπροστά μου είχε μόλις αποκτήσει μια μελανή μουντζούρα.

Οι μέρες όμως και τα χρόνια φυσικά περνούσαν και μαζί τους έπαιρναν φεύγοντας και τις πρώτες μου κακές εντυπώσεις.

Συγκρίνοντας το σπίτι μας με άλλα το λάτρεψα, οι δρόμοι εξακολουθούσαν να είναι βρόμικοι αλλά παράλληλα έσφυζαν από ζωή, οι πολυκατοικίες ήταν όντως παμπάλαιες αλλά έκρυβαν μια παλιομοδίτικη γοητεία που σε ταξίδευε σε άλλες εποχές.

Αν τις φρόντιζαν λίγο περισσότερο θα μπορούσαν να προστεθούν κάλλιστα κάποιες από αυτές στα υπέρ της πόλης.

Τώρα πια μετά από 14 περίπου χρόνια μπορώ να πω ότι έχω αγαπήσει αυτήν την πόλη. Με κέρδισε χωρίς καν να το προσπαθήσει, χωρίς να έχει καν αντιμετωπίσει ακόμη όλα τα άσχημά της.

Πολλές φορές κάθομαι και χαζεύω τα νεοκλασικά της και χάνομαι. Κτίρια που εκπέμπουν εκείνον τον βαρύ, σκοτεινό κι αισθησιακό ρομαντισμό.

Τα κοιτάζεις και πλάθεις με το μυαλό σου ιστορίες για όσους έζησαν ή ζουν εκεί ακόμη, ταξιδεύεις σε εικόνες μυστηριακού ερωτισμού και σου ‘ρχεται να ζωγραφίσεις τις σκέψεις σου ή να φωτογραφίσεις όσα βλέπεις μήπως και καταφέρεις μαζί τους να «φυλακίσεις» και κάτι από τα συναισθήματα που σου δημιουργούν. Κτίρια-έμπνευση για κάθε συγγραφέα, περίτεχνα κομμάτια μυθιστορημάτων και βιογραφιών.

Περπατάω σε δρόμους που θυμίζουν ρεμπέτικο τραγούδι. Βολτάρω σε περιοχές όπως η Άνω Πόλη και νομίζω ότι θα βγει κάποια «Ιουλιέτα» από κάποιο μπαλκόνι και θα ζητάει απεγνωσμένα τον «Ρωμαίο» της.

Συναντάω παρέες ποικιλόμορφες, από μποέμηδες φοιτητές μέχρι κυριλάτους νεαρούς να γίνονται όλοι ένα κουβάρι κατηφορίζοντας τη Ναυαρίνου καθώς ξεχύνονται με το που μεσουρανεί ή πέφτει ο ήλιος κύμματα-κύμματα. Τους αφήνω να με παρασύρουν κι όπου βγει.

Σε αυτήν την πόλη, που λες, δε χρειάζονται ιδιαίτεροι προγραμματισμοί. Θέλεις να πας κάπου κι απλώς πηγαίνεις. Σου έρχεται κάτι στο μυαλό κι απλώς το κάνεις. Όταν μένεις στο κέντρο νιώθεις πάντα μέσα σου φοιτητής. Έχει μια ρέμπελ ομορφιά που θυμίζει έμπνευση φευγάτου καλλιτέχνη κι ας μη στηρίζει ακόμη η ίδια την τέχνη όσο θα μπορούσε κι όσο θα της ταίριαζε.

Το κέντρο της είναι όλες οι πόλεις μαζί σε μια τεράστια παρέα ολοζώντανη. Γέλια αντηχούν από παντού, φωνές άλλοτε ενοχλητικές άλλοτε χαρούμενες σπάζουν τη σιωπή ακόμη και του πιο μοναχικού ανθρώπου ως αργά, ή μάλλον μέχρι νωρίς το πρωί.

Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη για όλα τα γούστα. Έχει πολλές πλευρές καλές και κακές αλλά δύσκολα πλήττεις αν έχεις καλή παρέα.

Έχει δυο πρόσωπα όχι γιατί είναι υποκρίτρια αλλά γιατί ούτε οι άνθρωποι είναι όλοι ίδιοι, ούτε οι ίδιοι έχουν μόνο μία πλευρά. Κι η Θεσσαλονίκη είναι οι άνθρωποί της, έχει κόσμο, δέχεται κόσμο και πολύ σπάνια διώχνει κόσμο από τη μεγάλη της αγκαλιά.

Γράφει η Έλλη Πράντζου
Φωτογραφίες: Ευτυχία Πασχαλίδου





Διαβάστε επίσης

Close