Γεντί Κουλέ, μια φωτογραφική βόλτα και μια μικρή ιστορία, από τη Μένη Σεϊρίδου

Γεντί Κουλέ, μια φωτογραφική βόλτα και μια μικρή ιστορία, από τη Μένη Σεϊρίδου

Μια μικρή φωτογραφίκή περιήγηση στο Γεντί Κουλέ και μια πολύ όμορφη ιστορία από τη Μένη Σεϊρίδου.

 

 

Genti-Seiridou1Genti-Seiridou2

 

 Genti-Seiridou3

 

 Genti-Seiridou4

 

 Genti-Seiridou5

 

 Genti-Seiridou6

 

 

O γάτος των φυλακών…


Είμαι αραχτός στο ζεστό από τον ήλιο τσιμέντο. Γλυκό χειμωνιάτικο απομεσήμερο και ο ήλιος μου χαϊδεύει νωχελικά το γούνινο και παρδαλό κορμί . Ξαφνικά τη βλέπω να ανεβαίνει τα σκαλιά διστακτικά. Σηκώνομαι ευθύς και την πλησιάζω, ευκαιρία έψαχνα για κουβεντούλα, είχα βαρεθεί μόνος τόση ώρα. Τρίβομαι στα πόδια της και της γουργουρίζω συνθηματικά, κοιτώντας την με εκείνο το γατίσιο βλέμμα μου, που καμιά τους δεν μπορεί να αντισταθεί. Και όπως το είχα μαντέψει, εκείνη με κοιτά με συμπάθεια και σκύβει να με χαϊδέψει.

-Εεεε, τι κάνεις; Δεν φτάνει που με ονόμασαν Κανέλο, όνομα γλυκερό, μπανάλ και χαριτωμένο, καθόλου ταιριαστό σε ένα γατόνι σαν και μένα, γέννημα θρέμμα του Γεντί, τα χαδάκια μόνο μου έλειπαν, της νιαουρίζω θυμωμένα, δήθεν, και της δείχνω τα νύχια μου, για να καταλάβει τη σόι μαγκάκι είμαι.

Έμεινε κόκκαλο.

-Τι γίνεται κορίτσι μου; ακούς και φωνές τώρα; Αναρωτήθηκε, ενώ τα μάτια της είχαν γουρλώσει από τη λαχτάρα και οι τρίχες της είχαν σηκωθεί κάγκελο. Δεν παίζει να σου μιλά ο γατούλης, έχεις αρχίσει και τα χάνεις, καλά σε λέει η μάνα σου ονειροπαρμένη, σκέφτηκε η κοπέλα που μόλις είχε διαβεί την πύλη του Γεντί Κουλέ, παρασυρμένη από την περιέργεια να γνωρίσει τούτο τον στοιχειωμένο τόπο και φυσικά να βγάλει φωτογραφίες, που ήταν και το μεράκι της.

-Όχι μωρέ κοπελιά, κούλαρε λιγάκι, όλα καλά, καθόλου δεν τα έχεις χαμένα. Δεν σου χει ξαναμιλήσει γάτος; Θα μου πεις γάτοι υπάρχουν πολλοί, Κανέλος όμως ένας! Τι θα γίνει τώρα έτσι μαρμαρωμένη θα στέκεσαι, δεν θα μπεις παραμέσα να σου δείξω τα λημέρια μου; Αλήθεια, πως σε είπαμε; Δεν μου συστήθηκες…
-Μένη…

– Άντε βρε Μένη, έλα να σε κάνω μια τσάρκα στα ενδότερα, να σου πω και μια ιστορία απ τα παλιά, όχι απ τις συνηθισμένες, ούτε για την Τουρκοκρατία θα σου μιλήσω ούτε και για τα μαύρα χρόνια της Χούντας… αυτά άμα ανοίξεις κάνα βιβλίο και ξεστραβωθείς θα τα μάθεις. Για τον Λευτέρη θα σου πω. Ένα εικοσάχρονο αγόρι που ούτε κλέφτης ήτανε μα ούτε και φονιάς.

Σαν υπνωτισμένη με ακολούθει, το σοκ για εκείνη ήταν ισχυρό, όμως αφήνεται στη διαίσθηση της. Μέσα από στενούς διαδρόμους , γδαρμένους τοίχους, σκασμένα τσιμέντα και σκουριασμένα, ατελείωτα κάγκελα, σιγά, σιγά ξεδιπλώνονται μπροστά της κομμάτια ιστορίας του θλιβερού τούτου μνημείου . Τα χέρια της από μόνα τους θαρρείς λειτουργούν, τραβά συνεχώς φωτογραφίες και συγχρόνως με ακούει να της νιαουρίζω για τον Λευτέρη, το εικοσάχρονο αγόρι που μπήκε φυλακή για βομβιστική ενέργεια τα χρόνια της μεταπολίτευσης, μέλος μιας «και καλά» μιας τρομοκρατικής οργάνωσης.

– Είχε δυο χρόνια στη Σαλονίκη, Καβαλιώτης ήτανε, ψήλος και όμορφος, γαλανομάτης, τελευταίο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας. Πέντε αδέρφια πριν απ αυτόν, η μάνα του ποτέ δεν είχε χρόνο για κείνον. Ήταν και ήσυχο παιδάκι, καλόβολο, περνούσε σχεδόν απαρατήρητος.

Ήρθε το λοιπόν, στη Συμπρωτεύουσα για δουλειά, ο θειος του μανάβης στη Λαχαναγορά, μπόλικο το χρήμα, τον πήρε δίπλα του να του μάθει τη δουλειά γιατί ο δικός του ο υιός πήγαινε για υψηλά αξιώματα. Είχε περάσει στη Νομική και ο πατέρας καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι.
Μοιραία λοιπόν ο Λευτέρης, αφού κανέναν άλλο δεν γνώριζε, ήτανε και ντροπαλός από τη φύση του, προσκολλήθηκε πάνω στον ξάδερφο και μυήθηκε σιγά, σιγά στα μυστικά της οργάνωσης που ονειρευόταν να γκρεμίσει τούτο τον κόσμο για να χτίσει έναν άλλονε καλύτερο.

Ένιωσε για πρώτη φορά στη ζωή του σπουδαίος! Όλοι τον ήθελαν στη παρέα, ένα δυο κοριτσόπουλα μάλιστα τον γλυκοκοίταζαν. Μιας και δεν είχε και σπουδαίες γνώσεις επί του αντικειμένου, έγινε ένα απλό εκτελεστικό όργανο που έμελλε όμως να πιαστεί στην πρώτη του κιόλας απόπειρα τοποθέτησης εκρηκτικού μηχανισμού.

Όταν τον πρωτόφεραν εδώ, ήταν σαν βρεγμένη γάτα. Πώς είμαι εγώ; ε, το εντελώς αντίθετο. Σιγά, σιγά όμως συνήθισε. Η ρουτίνα της καθημερινότητας, όσο σκληρή και απάνθρωπη και αν ήταν του πρόσφερε ασφάλεια. Άσε που οι συγκρατούμενοι του τον κοιτούσαν με θαυμασμό. Τούτο εδώ το ομορφόπαιδο, τρομοκράτης; Μωρέ μπράβο!

Εκείνο που δεν περίμενε ποτέ του όμως, ήταν η αντίδραση της μάνας του! Πρώτη φορά είδε στα δακρυσμένα μάτια της κρυμμένη τη στοργή, πρώτη φορά ένιωσε πως κάτι σήμαινε για κείνη! Έτσι το επισκεπτήριο της μάνας έγινε για κείνον όλη του ζωή.

Και τα χρόνια πέρασαν, και ήρθε η στιγμή της αποφυλάκισης. Ο Λευτέρης όμως δεν ήθελε να φύγει από εκεί. Τα πέτρινα ντουβάρια, τα γεμάτα υγρασία και μούχλα είχαν ενσωματωθεί θαρρείς μέσα του, είχαν γίνει ο δεύτερος του εαυτός. Να βγει να πάει που; Να γυρίσει πίσω στο πουθενά, να είναι πάλι ο κανένας; Όχι καλύτερα εδώ, εδώ να περιμένει κάθε βδομάδα να αντικρύσει την αγάπη της μάνας του.

Σηκωτό τον επήρανε. Στο Λεμπέτι ήταν η επόμενη στάση για εκείνο το ψηλό, γαλανομάτικο αγόρι που τόσο πολύ φοβήθηκε το ίδιο του το όνομα και τόσο αγάπησε την φυλακή του!
Απόμεινε καθισμένη και αμίλητη στα σκαλοπάτια της εισόδου. Η πύλη πίσω της είχε κλείσει, μα εγώ την παρατηρούσα ανάμεσα από τις πολεμίστρες. Απόμεινε εκεί να κοιτά, χωρίς να βλέπει, την θέα της πόλης από ψηλά και να συλλογιέται τον Λευτέρη που όλοι κρύβουμε μέσα μας, εκείνον που τρέμει την μοναξιά της ελευθερίας και επιλέγει την ασφάλεια της φυλακής του…

 

 

Φωτογραφίες – Κείμενο: Μένη Σεϊρίδου

 

 

Thessaloniki Arts and Culture, 

 

 

 

 

 




Διαβάστε επίσης

Close