Έξι χρόνια στη Θεσσαλονίκη, στην πόλη των έντονων συναισθημάτων

Έξι χρόνια στη Θεσσαλονίκη, στην πόλη των έντονων συναισθημάτων

Μια μικρή προσωπική ιστορία που πολλοί αναγνωρίζουν ένα μικρό κομμάτι από τον εαυτό τους.

“Έξι χρονάκια έκανα Θεσσαλονίκη.

Εικοσιέξι ώρες ταξίδευα με τον “Άνεμο”- τόσες ώρες πλάνταξα στο κλάμα όταν πρωτοανέβηκα.

Ανάποδα μου φάνηκε και το λιμάνι σαν το είδα , που ξανακούστηκε ν’ ανεβαίνεις για το λιμάνι…
Ήτανε μια κοπέλα άγνωστη δίπλα και μου ψιθύρισε: “Μην κλαις, θα δεις, όταν θα φύγεις θα κλάψεις πολύ, θα κλάψεις στ’ αλήθεια”, άει σιχτίρ και συ σκέφτηκα και της γύρισα την πλάτη.

Μόνο οι άνθρωποι κι οι έρωτες μ΄ένοιαζαν, άντε και κανά μάθημα, για τα μάτια του κόσμου-έναν άλλονε φως μου, που έλεγε και το άσμα.
Και πέρναγε ο καιρός
Κι έρχεται η τελευταία μου συγκατοίκηση

Σ ένα σπίτι στις Σαράντα Εκκλησιές, εγώ, ο Μιχάλης από την Κρήτη οδοντιατρική, ο Τζάρα από την Αιθιοπία αρχιτεκτονική, με υποτροφία παρακαλώ, κι ο Χρήστος ένας γάτος δεκάκιλος , κατάμαυρος και αγνώστου πατρός.

Ραδιόφωνο με φώναζε ο Τζάρα, επειδή τραγουδούσα όλη μέρα και μου μάθαινε ν ακούω τζαζ, έπαιζε κι ένα σαξόφωνο αστραφτερό, με πήγαινε σε συναυλίες, μου πιανε τα μαλλιά ψηλά, έβαζα και μακρύ φουστάνι κι αυτός κοστούμι και πουκάμισο κατάλευκο κι ήμασταν σαν ταινία ασπρόμαυρη με υπόκρουση Coltrane , ας είχαμε στις τσέπες αέρα κοπανιστό , κάναμε στράκες εκατομυρίων δολαρίων έκαστος.

Κι είναι ένα βράδυ ζεστό, από κείνες τις μέρες που έλιωναν τα μπετά στην Θεσσαλονίκη. Και διάβαζα εμβάθυνση αστικού , την κορωνίδα των παλουκιών στην νομική. Διαβάζω καθισμένη οκλαδόν στο κρεβάτι κι ο Χρήστος πάνω στον ώμο μου , σαν πειρατικός παπαγάλος.

Ξάφνου σηκώνω τα μάτια.

Νύχτα βαριά…Το σπίτι μυρίζει χασίς , μέσα ο Τζάρα παίζει σαξόφωνο και στο γραφείο δίπλα στο κρεβάτι , ο Μιχάλης τροχίζει τα δόντια μιας … νεκροκεφαλής μες στο ημίφως του δωματίου, πίνοντας κόκκινο κρασί κι ο γάτος να τρίβεται στο λαιμό μου.

Τα κοίταξα όλα με τόση αγάπη κι απελπισία, γιατί κατάλαβα εκείνη ακριβώς την στιγμή, ότι θα το πέρναγα το μάθημα , θα τό ‘παιρνα το πτυχίο κι ήταν η τελευταία φορά που θα ζούσα κάτι τόσο μαγικό κι έκλαψα, έκλαψα τόσο πολύ , όσο προφήτευσε εκείνη η κοπέλα στο πλοίο κι ίσως ακόμη πιο πολύ.

Ίσως γιατί ακόμα πιστεύω ότι, με κάποιο μαγικό τρόπο, εγώ ήμουν εκείνη η κοπέλα
Και της γύρισα δεύτερη φορά την πλάτη.”

Ελπίδα Μανουρά

Διαβάστε επίσης

Close