Γιατί οι νύφες απέφευγαν να περνάνε κάτω από την Καμάρα;

Γιατί οι νύφες απέφευγαν να περνάνε κάτω από την Καμάρα;

Το στοιχειό… Το στοιχειό της Καμάρας, χρόνια τώρα, ζωντάνευε στους θρύλους που στιγμάτιζαν την πόλη. Κάποιοι πίστευαν πως ήταν φαντασιοπληξίες, παραμύθια για να φοβούνται τα μικρά παιδιά, άλλοι ορκίζονταν πως συχνά τα βράδια ακούγονταν οι φωνές του, φωνές απόμακρες κι ανατριχιαστικές, γεμάτες απόγνωση και αγωνία.

Οι περισσότεροι διακήρυσσαν πως ήταν απλώς ένας μύθος που είχαν δημιουργήσει οι Έλληνες μαγαζάτορες της περιοχής για να εμποδίζουν τις εβραϊκές κηδείες να περνάνε κάτω από την Καμάρα. Ωστόσο, ακόμα και οι πιο θαρραλέοι έκαναν κρυφά τον σταυρό τους όταν περνούσαν βραδιάτικα κάτω από τις τοξωτές καμάρες της Αψίδας του Γαλερίου.

(…)Το κλάμα του στοιχειού έμοιαζε παράταιρο σ’ αυτό το σκηνικό. Οι άνθρωποι είχαν φτιάξει μια ψεύτικη εικόνα για κείνο. Έλεγαν πως ήταν αλυσοδεμένο με μεγάλη κατάρα, καταδικασμένο να ζει κάτω από τα θεμέλια της Καμάρας. Πως είχε μακριά, γαμψά νύχια που φωσφόριζαν στο σκοτάδι κι επιτίθονταν σε κάθε ανύποπτο περαστικό. Πως ήταν μια αιματοβαμμένη νύφη που σκότωσε τον άντρα της πριν προλάβει να βγάλει το νυφικό της, πως…

(…)Κοπέλα ήταν το στοιχειό που φοβόταν οι Θεσσαλονικείς. Μια αδικοχαμένη γυναικεία ψυχή που έδωσε τέρμα στη ζωή της, την ημέρα του γάμου της, από απελπισία για τον άντρα που της έδωσαν οι δικοί της. Και, καθώς το σώμα της έμεινε άθαφτο και κατασπαράχτηκε από τ’ αδέσποτα σκυλιά και τους βρομερούς αρουραίους, η ψυχή της απόμεινε καταδικασμένη να τριγυρνάει σ’έναν κόσμο ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς, σ’έναν κόσμο ερημικό, μοναχικό κι αδιέξοδο.

Δεν πείραζε κανέναν το στοιχειό. Εκεί όμως που το στοιχειό θύμωνε και χτυπούσε με τις γροθιές του τα υπόγεια βράχια ήταν όταν περνούσαν γαμήλιες πομπές κάτω από την Καμάρα. Δεν άντεχε ν’ακούει γαμήλια τραγούδια, ούτε το παράπονο της νύφης που τις περισσότερες φορές κρυβόταν κάτω από ένα ψεύτικο χαμόγελο. Και τα τακούνια που χτυπούσαν πάνω στο καλντερίμι το αγρίευαν ακόμα περισσότερο.

Λένε πως κάποτε το στοιχειό άρπαξε μια νύφη – άνοιξε η γη ξαφνικά και κείνο την κατάπιε, κι από τότε κανείς δεν την ξανάδε. Ο θρύλος έμεινε ζωντανός κι οι νύφες απέφευγαν πλέον να περνάνε κάτω από την Καμάρα, από τον φόβο μήπως είχαν κι οι αυτές την ίδια καταραμένη τύχη.

Οι ξύλινες ρόδες της άμαξας ακούστηκαν δυνατά. Ο ήχος των ανθρώπινων βημάτων σιγανός, στην αρχή, πήρε κι έγινε μεγάλος. Και τα τραγούδια αντηχούσαν μέχρι το Προδρόμ .
Η Εσρά αντιλήφθηκε το στοιχειό να κινείται ανήσυχα. Μια νύφη είχε τολμήσει να περάσει κάτω από την Καμάρα καθώς πήγαινε στα ολόλευκα ντυμένη στην εκκλησία. Το άρωμα από τα ροδοπέταλα που έραιναν τον δρόμο της έφτανε μέχρι κάτω από τη γη. Η Εσρά μύρισε τον φόβο των προσκεκλημένων. Τάχυναν όλοι το βήμα τους να φύγουν γρήγορα από εκείνο το σημείο, μήπως το στοιχειό τούς πάρει μαζί του…

Κείμενο: Σοφία Βόϊκου, από το εξαιρετικό βιβλίο που διαδραματίζεται ιστορικά στη Θεσσαλονίκη, «Ψίθυροι του Βαρδάρη», εκδόσεις Ψυχογιός.

Φψτογραφία: Δημήτρης Συμεωνίδης




Διαβάστε επίσης

Θεσσαλονίκη: σε μια γωνίτσα...

Θεσσαλονίκη: σε μια γωνίτσα…

Στην ευρύτερη γειτονιά του γραφείου μου υπάρχουν μικρά αρχιτεκτονικά διαμάντια του παρελθόντος. Λιτά και πληθωρικά ταυτόχρονα. Άλλα στέκονται περήφανα κι άλλα τσακισμένα.

Close