Η ιστορία του Σέιχ Σου

Η ιστορία του Σέιχ Σου

Κάθε φορά που έβρεχε λίγο παραπάνω τα νερά πλημμύριζαν ολάκερη την πόλη της Θεσσαλονίκης. Χείμαρροι κατεβαίναν με ορμή από τα βραχώδη μπαίρια των Νοτίων πλαγιών του Χορτιάτη.

Όλη η βόρεια πλευρά της πόλης καλύπτονταν από πέτρες και ποολίβαδα. Που και που κανά δένδρο ίσα για την σκιά του βοσκού. Όταν δεν έβρεχε τα πρόβατα και τα γίδια αρμένιζαν μασουλώντας τα χαμηλά λιβαδικά φυτά.

Το τελευταίο Φθινόπωρο προτού ξεσπάσει ο μεγάλος πόλεμος ο ουρανός ανταριασμένος για τα μελλούμενα άνοιξε τις κάνουλες του. Τα σύννεφα μαζεύτηκαν και άρχισε να βρέχει. Τρεις μέρες ασταμάτητα.Τα νερά ξεχείλιζαν στους δρόμους, οι αυλές πλημμύρισαν, τα χωράφια λίμνωσαν και ολάκερο το άστυ βρέθηκε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.
Τότε δόθηκε εντολή να δημιουργηθεί μια μεγάλη τάφρος στην περιφέρεια των κάστρων που οριοθετούσαν την πόλη. Η τάφρος βαθιά και πλατιά ρουφούσε μέσα της τα απόνερα των βροχών.

Όμως δεν ήταν αρκετό αυτό να συγκρατήσει τα εδάφη που έσπαγαν λίγο λίγο στα ανάντη των πρανών.
Θα φυτέψουμε δένδρα πέταξε τότε μια ιδέα ένας τούρκος αξιωματικός, ο Σεΐχης , έτσι τον αποκαλούσαν καθώς τούτο στα τουρκικά σημαίνει άνθρωπος εξουσίας.

Η ιδέα ειπώθηκε στην δασική υπηρεσία που τότε ήταν ισχυρότατη δύναμη και με ένταλμα της κεντρικής διοίκησης ξεκίνησε η δάσωση του λόφου.
Για προστατευτικούς σκοπούς θα φτιαχτεί ένα δάσος.

Έχουμε 35.000 στρέμματα άγονης γης και θέλουμε να τα φυτέψουμε. Τι να βάλουμε;

Εκείνο τον καιρό διάταγμα είχε βγει για ενρητίνευση των εδαφών, δηλαδής τα δένδρα που εκκρίνουν ρητίνη, ξες, πεύκα, κέδροι, έλατα, κυπαρίσσια.
Η ρητίνη είναι ένα θαυμάσιο προϊόν της φύσης που μεταποιείται και παράγει βερνίκια, πίσσα, κόλλες. Με αυτά στεγανοποιούσαν τα ξύλινα πατώματα των πλοίων, κρατούσαν το φως στους δαυλούς αλλά και μπορούσαν να πυρπολήσουν εχθρούς φτιάχνοντας Υγρό Πυρ. Με ρετσίνι!

Ο Σεΐχης, λοιπόν που χε την ιδέα έδωσε στο τόπο τον τίτλο του και ο δασωμένος λόφος ονομάστηκε Σέιχ Σου. Το Νερό του Σεΐχη. Καθώς από την μια το νέο-ιδρυθέν δάσος θα έσωζε την πόλη από τα πλημμυρικά φαινόμενα από την άλλη θα υποστήριζε την τοπική οικονομία με την σωστή διαχείριση του.
Τότε ο καλλιεργητής μου, δασολόγος στο επάγγελμα πετάχτηκε και είπε.
Αν βάλομε μόνο πεύκη, και δη τραχειά πεύκη ναι θα έχουμε γρήγορη δάσωση αλλά αν πέσει μια ασθένεια θα καταστραφεί γρήγορα όλο το άλσος.

Μια οχλαγωγία, φωνές… δεν έχουμε λεφτά, να ακούγονται από τα έδρανα. Η χρηματοδότηση αφορά μόνο εκκριματικά δένδρα που παράγουν ρητίνες.. βρισιές με το γάντι και κονταρομαχίες απόψεων..
Και έτσι μη σας τα πολυλογώ έγινε μονοκαλλιέργεια πεύκης και κυπαρίσσια σε ολάκερο τον λόφο.

Τα χρόνια κύλησαν, άνθρωποι ήρθαν, άνθρωποι έφυγαν, κυβερνήσεις ανέβηκαν,κυβερνήσεις έπεσαν, πόλεμοι έκαψαν, πείνες σάρωσαν, σπίτια χτίστηκαν, δρόμοι φτιάχτηκαν ώσπου μια μέρα μια μεγάλη πυρκαγιά ξέσπασε.
Ήταν τότε που η πόλη ήταν πλούσια.
Όλοι ήσαν πλούσιοι και καλομαθημένοι.
Η πυρκαγιά κατέκαψε το ρητινόδασος. Και άρχισαν πάλι να μαλλώνουνε οι άνθρωποι.

Πιο μεγάλες καταπατήσεις συνέβησαν, οι δρόμοι μέσα στο δάσος φάρδυναν και μάκρυναν, αλλού από τα χρόνια χάλασαν και έπαψαν όλοι να νοιάζονται πως εμείς τα δένδρα που κρατάμε τα εδάφη σταθερά, που προσφέρουμε οξυγόνο σε όλους, που απορροφάμε τα όμβρια ύδατα, χρειαζόμαστε λίγο ενδιαφέρον.
Γιατί το τεχνητό ομήλικο δάσος της πεύκης, δεν είναι ισχυρό μονάχο του θέλει διαχείριση, θέλει φροντίδα και καλές πρακτικές.

Κάποια δένδρα χρειάζονται κόψιμο, κάποια αραίωμα, κάποια άτομα χρειάζονται κλάδεμα και άλλα θέλουν απλά περισσότερο φως.
Χρειάζεται να φυτευθούν και άλλα είδη πλατύφυλλα, να αποκτήσει το δάσος υπόροφο να πλουταίνει, να γεμίσει ζωή ποικιλίας. Βιοποικιλότητα!
Όλο το δάσος χρειάζεται καλό δίκτυο για την κατάσβεση των πυρκαγιών και δεξαμενές νερού. Αλλά τουναντίον τι βρίσκεις μέσα στο προστατευτικό δάσος αναψυχής μιας πόλης 1,5 εκατομυρίου κάτοικων. Κεραίες τηλεπικοινωνιών, εκκλησίες,αναψυκτήρια, χώρο αναψυχής..

Για χάρη κάποιων ανώτερων μας ονόμασαν τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλους. Πετάξανε στα σκουπίδια τον υδρονομικό μας ρόλο μας κοτσάρανε έναν τίτλο εύηχο και μας μοστράρουν για απόκτημα τους.

Μέχρι που ήρθε ο Tomicus piniperda , αυτό το ξενικό φλοιοφάγο κολεόπτερο που κατατρώγει τον φλοιό των πεύκων. Το σκαθάρι, αυτό, βρήκε άφθονα νεκρά παρατημένα δένδρα , βοήθησε βέβαια και η υγρασία και η ζέστη της εποχής, και απίθωσε τα αυγά του βαθιά μέσα σε στοές μέσα στις νεκρές κουφάλες η στα ετοιμοθάνατα δένδρα. Αυτά επωάστηκαν και όταν γίναν νύμφες άρχισαν να μασουλάν τους φλοιούς. Και να που μέσα σε ένα καλοκαίρι βγήκαν δυνατά τα ενήλικα σκαθάρια. Και άρχισαν, σαν άνθρωποι να τρώνε την ψίχα των υγειών δένδρων . Και το δάσος λίγο λίγο πεθαίνει.

Βλέπω μηχανήματα να έρχονται και να κόβουνε τα προσβεβλημένα για να τα κάνουν πέλλετ.. Κάψτε τα φωνάζουμε. Κάψτε τα να καεί το αυγό του Τόμικους. Μα δεν μας ακούν οι άνθρωποι. Ποτέ δεν μας άκουγαν.

Ο καλλιεργητής μου εμένα με φύτευσε πλάι σε μια ρεματιά , εμένα και τις άλλες πλατύφυλλες φίλες μου και είμαστε μόνες γριές τώρα πια να κοιτάμε ανήμπορες την πορεία του τεχνητού προστατευτικού δάσους κόμη της νύμφης του βορρά.

Κείμενο: Άλεξ Κουπί (apenantioxthi.com)
Φωτογραφία: Mihalis Kampakis‎

Διαβάστε επίσης

Close