Γιώργος Ιωάννου: η «πολυδέγμων» Θεσσαλονίκη είχε το χρώμα το βυζαντινό της πάντοτε

Γιώργος Ιωάννου: η «πολυδέγμων» Θεσσαλονίκη είχε το χρώμα το βυζαντινό της πάντοτε

«Iδιαίτερα συγκινητική στην Καλαμαριά είναι ή παρέλαση, πού ακολουθεί τη δοξολογία. Μετά τα τυπικά τμήματα, σχολεία και διμοιρίες τιμητικές, διέρχονται ορμητικά οι νέοι Πόντιοι, με τις πατροπαράδοτες στολές, τα βυζαντινά λάβαρα, και τις παλιές σημαίες, μέσα σε μια αποθέωση από μέρος του κόσμου, που προτιμάει χίλιες φορές να μείνει εκεί, παρά να δει τη μεγάλη παρέλαση κάτω στην πόλη, όσο μεγαλοπρεπή και αν προμηνύεται(…)

Στις μεγάλες εθνικές γιορτές η δοξολογία στην μητρόπολη της Καλαμαριάς, τον ναό του Σωτήρας, παίρνει μια παλαιά Κοινοτική γνησιότητα και αίγλη, που όσο κι αν δεν την έζησε, ξαφνικά κυριεύεσαι και τη νιώθεις. Λάβαρα που θυμίζουν ελληνικές πολιτείες εξαιρετικά κάποτε ανθηρές, μα και ποτάμια αίματος που διαβαίνουν, σημαίες που κρατιούνται με πίστη, και όχι άδικη, αιώνιων νοσταλγών, προεδρεία διάφορα που ατενίζουν τους νεαρούς βλαστούς και το υπόλοιπο πλήρωμα με αυστηρό και επίσημο μάτι. Ατμόσφαιρα αρρενωπή, όπου η κρυφή νοσταλγία, η κάποια πίστη στην επιστροφή, ο σεβασμός και το φιλότιμο, συνθέτουν την αρμονία της(…)

Λοιπόν, η «πολυδέγμων» Θεσσαλονίκη είχε το χρώμα το βυζαντινό της πάντοτε, ξαναπόχτησε όμως αυτό όλες τις ζωντανές του αποχρώσεις, αφότου η πολιτεία πατικώθηκε με προσφυγιά, που προέρχεται από όλα τα χαμένα, για την ώρα, μέρη. Οι εντόπιοι, οι επιλεγόμενοι μπαγιάτηδες, μολονότι πολύ περισσότεροι και πιο γνήσιοι από τους παλιούς λεγόμενους Αθηναίους, έχουν προπολλού παραμερίσει κι ώρες-ώρες, θαρρείς, συγχωνευτεί, αφού βέβαια έκαναν όσο μπόρεσαν μαύρο τον βίο των προσφύγων στα πρώτα χρόνια. Είχαν ετοιμαστεί, βλέπεις, να καταφάγουν μόνοι τους τα αμύθητα λάφυρα, αλλά λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο.

Γιατί και οι πρόσφυγες να μην εμφανίζονταν, δεν επρόκειτο να το πετύχουν αυτό. Ήταν οι νέοι κατακτητές, οι Μοραΐτες, οι αμέτρητοι Κρητικοί, οι Δυτικομακεδόνες, -οι Μοραΐτες-, αυτοί του βορείου χώρου. Βέβαια, αυτού του είδους οι αντιδράσεις, οι υπολογισμοί και αρπακτικότητες είναι, ως ένα σημείο, ανθρώπινοι κι αν τους μνημονεύουμε εδώ, το κάνουμε απλώς για την ιστορία και για την έκφραση του λαϊκού αισθήματος. Η ουσία είναι ότι οι πρόσφυγες τελικά, κυριάρχησαν, δίνοντας τη δική τους μουντή και τεράστια σφραγίδα στην πόλη.

Από το 1914 έως το 1924, κι ακόμα πιο πέρα, πήραν να καταφθάνουν μεμονωμένοι ή σε μικρές ομάδες στην αρχή, κοπαδιαστά και άτακτα αργότερα, με αραμπάδες, ζώα, βάρκες, καΐκια, βαπόρια, ακόμη και με τα πόδια, σε χάλι κακό, βρωμισμένοι μα αποκαθαρμένοι, λουσμένοι μες στο αίμα τους, από τις ελληνικές πατρίδες της Ανατολής, την Ελλάδα μάλλον της Ανατολής, χιλιάδες των χιλιάδων κυνηγημένοι, ληστεμένοι, βιασμένοι, απορφανισμένοι άνθρωποι μας, αναζητώντας μια νέα γωνιά μες την ελεύθερη πατρίδα.

Υπήρξαν, βέβαια, κι εκείνοι που έφτασαν σχετικώς άνετα είτε γιατί είχαν τον τρόπο, είτε γιατί ήταν κατατοπισμένοι και προβλεπτικοί, είτε γιατί στάθηκαν τυχεροί είτε γιατί τα είχαν καλά με τον Τούρκο. Αρκετοί έβαλαν πλώρη ή οδηγήθηκαν σε μάλλον άσχετους τόπους, ακόμα και στον Μοριά, όμως στη Θεσσαλονίκη προσέτρεξαν αυθόρμητα οι πιο πολλοί και προπάντων ρίζωσαν, όχι μονάχα επειδή υπάρχουν κάπως οι ανάλογες συνθήκες, αλλά τους τράβηξε η πολιτεία που την ένιωθαν, τη γνώριζαν κι ας μην την είχαν επισκεφθεί, τη συζητούσαν και την ένωναν στους θρήνους με την Κωνσταντινούπολη, ήταν και η δική τους συμπρωτεύουσα, συμβασιλεύουσα έστω, η δεύτερη πολιτεία της ασφυκτικής –φευ- μα τελικά ελληνικής εις τους αιώνας των αιώνων αυτοκρατορίας. Αυτό άλλωστε είναι για μας το μυστικό νόημα του όρου «συμπρωτεύουσα», ο συνδετικός κρίκος του βυζαντινού με τον νέο ελληνισμό.

Μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή, κανένας δεν έχει αντιμετωπίσει το ζήτημα της μόνιμης εγκατάστασης των μέχρι τότε προσφύγων. Οι πρόσφυγες από τη Ρωμυλία, Σερβία, Θράκη και Μικρασιάτες ορισμένοι, που είχαν ξεφύγει από τα πρωτοποριακά εκείνα σε χιτλερική εγκληματικότητα «αμελέ ταμπουρού», εργατικά, δήθεν, τάγματα, όσοι δεν είχαν τα μέσα στριμώχνονταν σε σχολεία, εκκλησίες, στρατώνες και τα παρόμοια κι εκεί καρτερούσαν. Όχι άδικα. Η Θεσσαλονίκη ήταν το κέντρο του Μακεδονικού Μετώπου. Η κυβέρνηση της Άμυνας, της Τριανδρίας, Βενιζέλος, Κουντουριώτης και Δαγκλής εγκατεστημένη εκεί. Όλα αυτά, όμως, ήθελαν σπίτια, κτίρια, χώρους.

Σε λίγο ήρθε επιπλέον και η πυρκαγιά του Δεκαεφτά και έκανε τα πράγματα τρισχειρότερα. Και τότε εγκαθιδρύθηκε το βασίλειο της παράγκας. Αργότερα, όταν απελευθερώθηκε η Θράκη και άλλα μέρη, πολλοί πρόσφυγες από εκεί ξαναγύρισαν στις εστίες τους, αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι τις οικογένειες, τα παιδιά τους, ιδίως, δεν τα μετακίνησαν διόλου. Οι απλοί άνθρωποι, οι μυαλωμένοι Θρακιώτες, έβλεπαν καθαρότερα από πολλούς μεγαλόσχημους που συζητούσαν μέρα νύχτα πολιτικά και διάβαζαν ακόμα και ξένες εφημερίδες.

Όταν τέλος έσπασε το μέτωπο – κρίμασιν οις οίδεν Κύριος, αλλά και εμείς λίγο – και όρμησαν από τις μονιές τους τα φρικαλέα στίφη, άρχισαν όλοι αυτοί να φεύγουν αποκεί μέσα σ’ ένα ανήκουστο χάος. Για τους πρόσφυγες που έρχονταν από πολύ μακριά, επομένως μετά τον πανικό, μια και έφταναν αρκετόν καιρόν αργότερα, τους Πόντιους, Καυκάσιους, Καππαδόκες, δημιουργήθηκαν στρατόπεδα καραντίνας, λοιμοκαθαρκτήρια, διάφορα στο Καραμπουρνάκι, Κερατσίνι, Μακρόνησο, όπου τους κρατούσαν απομονωμένους με άγρια συρματοπλέγματα και γεμάτα όπλα, επί μήνες και μήνες μέσα σε άθλιες σκηνές, ώσπου να βεβαιωθούν ότι έπαψε κάθε κίνδυνος για μεταδοτικές αρρώστιες ανατολίτικες που δήθεν οι εδώ δεν είχαν.

Όσο κι αν τα μέτρα εκείνα ήταν δικαιολογημένα, η εγκατάλειψη και η αθλιότητα ήταν εντελώς αδικαιολόγητη και εξαιρετικά εύγλωττη ως προς τα αισθήματα των αφεντικών, που εντούτοις έφταιγαν για τα πάντα. Πέθαναν πάρα πολλοί εκεί στα στρατόπεδα μέσα, που πραγματικά έμειναν γερά φραγμένα, για τους ανθρώπους, όχι όμως και για τα κουνούπια, τους ανωφελείς κώνωπες. Οι παρθενικοί, μα τόσο πια εξαντλημένοι οργανισμοί αυτών των προσφύγων άρπαξαν το μικρόβιο της ελονοσίας, κάτι που τους ήταν ολότελα άγνωστο. Και για πολλούς άρχισε η κατρακύλα.

Και όταν το κακό καταλάγιασε, πέθαναν και όσοι ήταν εκτός προγράμματος να πεθάνουν, συνομολογήθηκε και στην Λοζάννη η ανταλλαγή των πληθυσμών, άρχισε ο λεγόμενος Εποικισμός, η ηρωική αυτή υπηρεσία της απελπισίας, να προγραμματίζει και να πραγματοποιεί όπως όπως τη μόνιμη εγκατάσταση. Το είχαν πάρει πια όλοι απόφαση πως για μερικά χρόνια εδώ θα μείνουν.»

Από τη συλλογή διηγημάτων Το δικό μας αίμα (1974)

Διαβάστε επίσης

Close