Στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, το 1936, με ένα χρονογράφημα του Σταμ.Σταμ.

Στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, το 1936, με ένα χρονογράφημα του Σταμ.Σταμ.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, Νοέμβριος
Θλιβερόν καθήκον μ’ έφερε μίαν ημέραν εις την Ευαγγελίστριαν της Θεσσαλονίκης, όπου το ελληνικόν νεκροταφείον.
Η πρώτη εντύπωσις ενός επισκεπτομένου το νεκροταφείον της Θεσσαλονίκης είναι η καταπάτησις του νόμου περί αδιαχωρήτου των σωμάτων. Πώς ο μικρός εκείνος χώρος που δεν επαρκούσε μια φορά δια την μικράν ελληνικήν κοινότητα, περιλαμβάνει σήμερον όλους τους απερχομένους ανεπιστρεπτί της σημερινής μεγαλουπόλεως των τριών και παραπάνω εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων, εκ των οποίων ενενήντα τοις εκατόν σχεδόν είναι Έλληνες ορθόδοξοι και κατά συνέπειαν αναγκαστικώς δεκτοί εις την ατέρμονα ανάπαυσιν του μικρού και στενοχώρου εκείνου χώρου.

Στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, το 1936, με ένα χρονογράφημα του Σταμ.Σταμ.

Μέσα εις τον μικρόν, σκονισμένον, εφθαρμένον και παλιόν ναόν του νεκροταφείου ψάλλονται μνημόσυνα και απ’ έξω, από τα γύρωθεν καφενεία και κέντρα της γειτονιάς, ηχούν και αλλαλάζουνε γραμμόφωνα.

* * *

Προσέχω ολίγον περισσότερον και βλέπω ότι η λατρεία των νεκρών, ο σεβασμός προς την μνήμην λατρευτών που έφυγαν, η ανάμνησις των γλυκυτάτων φίλων και δικών, που δεν θα τους ξαναδούμε πλέον, έχουν γίνει σήμερα, όχι όπως ήτο άλλοτε θρησκευτική λειτουργία του πνεύματος και της ψυχής με αυτούς, όχι πλέον μυσταγωγία ζώντων και νεκρών, αλλά κοινωνική υποχρέωσις, ίσως και οχληρά, ή μάλλον εμπορική υπόθεσις ολίγης ώρας, λογαριασμός, πρόσθεσις, αφαίρεσις, τύπος ενοχλητικός και κατόπιν έξοδος του καθενός, λυπημένων και συλλυπουμένων, εις τα εαυτού και εις τα ίδια, εις τα ανάγκας της ημέρας και εις τις δουλειές και την φοράν εκάστου.

Πάει πλέον εκείνη η παρηγορητική στενότης συγγενών και φίλων, η υποστηρίζουσα εις τας μεγάλας θλίψεις και παρηγορούσα τους απαρηγορήτους και επουλώνουσα ψυχικάς πληγάς.

Τότε ο νεκρός ήταν ωσάν να παρίστατο και αυτός εκεί εμπρός, μαζί με τους ιδικούς, τους συγγενείς, τους φίλους, τους ανθρώπους τους γνωστούς, τους ανθρώπους που τον αγαπούσαν και τους ήθελε, που έζησε μαζί τους.
Τώρα εχάθησαν τα πάντα. Ο νεκρός, οι συγγενείς, οι φίλοι, οι παρηγορηταί και οι αγαπητοί…

Και μένει, εάν κανείς λυπάται, μοναχός σαν «καλαμιά στον κάμπο», που λέει και το δημοτικό τραγούδι.
Τώρα ο θάνατος έγινε υπόθεσις και η μνήμη προς τους τεθνεώτας τύπος και ψυχρότης η κατάληξις η επιβεβλημένη. Μία ψυχρότης πιο κρύα και από τον θάνατον!
Και πίσω από τον τύπον της δημαρχίας τα κατάστιχα.
«Εισπράξεις της ημέρας»…

                                                       * * *

Στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, το 1936, με ένα χρονογράφημα του Σταμ.Σταμ.
Σταμ Σταμ 1936

Από τότε που έγινε ο νόμος, δι’ ου τα νεκροταφεία υπάγονται εις τους δήμους, πάει πλέον και η πίστις προς τους τεθνεώτας και ο σεβασμός προς την μνήμην των νεκρών.
Πρώτον απηγορεύθησαν τα μνημόσυνα εις τους άλλους ναούς και δεν επιτρέπονται παρά μόνον εις τον ναΐσκον του νεκροταφείου.

Έτσι, κάθε Σάββατον ή Κυριακήν, και δεν γνωρίζω ποίαν άλλην των ημερών της εβδομάδος, τα μνημόσυνα γίνονται όλα μαζί. Φουρνιές.

Δέκα, είκοσι, τριάκοντα δίσκοι με μίαν ευχήν, ένα μνημόσυνον, μίαν παρόρμησιν προς «αιωνίαν αυτών η μνήμη».
Και καθώς τα βλέπει κανείς όλα μαζί, δίσκους και δισκάρια, εις κάτι παλιοτραπεζάκια, μέσα εις τον ναόν, σου θυμίζουν τα καρβέλια του φούρναρη, που τα φουρνίζει ομαδικώς και τα ξεφουρνίζει με ταχύτητα, γιατί έχει και άλλα για τον φούρνο!

 

* * *

Απ’ έξω από τον ναόν μία επιγραφή ειδοποιεί τους πιστούς και τους «τεθλιμμένους»:
«Μην φέρνετε κηρία απ’ έξω».

Αν και εις την είσοδον κουτσογυναικούλες του λαού πωλούν κεράκια και λαμπάδες, για να βγάλουν των παιδιών των το ψωμί, εν τούτοις συμμορφούμεθα με την επιταγήν της εκκλησίας.

Παίρνομεν εντός του ναού κηρία, αλλά είναι αυτά κηρία; Είναι κηρία για ναόν, τα οποία έπρεπε να καίνε και ν’ αναπέμπουν εις τον Θεόν την ευωδίαν των ανθέων, που κουβαλούν οι μέλισσες;

Ο Θεός από τον χριστιανον του δεν ζητάει τίποτε παρά ένα κεράκι πεντήκοντα λεπτών. Έξοδον ελάχιστον, το μηδαμινότερον των καθημερινών εξόδων. Αυτό λοιπόν το τίποτε και το ελάχιστον γιατί να το προσφέρεις όζον και καταβρωμούν εις τον Θεόν σου;

Τα εις τον ναόν πωλούμενα κηρία δεν είναι κηρία!
Είναι λίγδα χοιρινή, είναι παραφίνα, είναι, θα νόμιζε κανείς, στερεοποιημένη και μεταβεβλημένη εις κερί, η γλυερά ακαθαρσία των λαντζέρηδων εις τα ξενοδοχεία.

Λιγδώνονται τα χέρια σου, αισθάνεσαι να κρατείς κάτι το γλοιώδες, και αν στάξει κι επάνω σου, λερώνεσαι…
— Μόνον η Παναγία η Δέξια εις την Θεσσαλονίκην, μου λέγει κάποιος που εστέκετο πλησίον μου, καίει κηρία από πραγματικό κηρί. Όλοι οι άλλοι ναοί της πόλεως καίνε παραφίνα για οικονομία.
Αλίμονον! Η στέρησις και η κρίσις έφτασε μέχρι και των ουρανών!
Στερούνται σήμερα και οι άγιοι!

Αλλά, εν τοιαύτη περιπτώσει, γιατί υπάρχουν μητροπολίτες εις τα κέντρα, οι οποίοι, υποθέτω, δεν στερούνται από τίποτε;
Μήπως αυτοί είναι και των αγίων, ους διακονούν, ανώτεροι και η χάρις του Υψίστου πιο εκτεταμένη επ’ αυτών;

* * *

Παρατηρώ τους δίσκους των κολλύβων.
Μεγάλοι και μικροί, πλούσιοι και φτωχοί, με στολίδια επάνω καλλιτεχνικά ή με τα στολίδια της στοργής, της κάθε φτωχής, που έχασε τον άνθρωπό της.

Όλα όμως με κουφέτα αργυρά, με λευκήν αλευροζάχαρην επιστρωμένα.
Προσπάθεια παντού επιδείξεως τέχνης ζαχαροπλαστείου. Κάτι το χιονισμένον, το κρυώνον, το παγώνον… Ίσως να συμβολίζει την αγνότητα. Ποιος ξέρει.

Αλλά πιο ζεστά και πιο πονετικά μου φαίνονται τα μνημόσυνα των χωρικών, που είδα προ ολίγων ημερών εις τα χωριά που πήγα.
Καθαρό σιτάρι, πολύχρωμα τα κουφέτα, ζωηροί οι κόκκοι, ωσάν ρουμπίνια των ρόιδων, πράσινο στα στολίσματα, πολύσπορος η προσφορά απ’ όλα τα χρώματα της τριμμένης καντιοζάχαρης, άνθη επάνω και κηριά…

Ποικιλία χρωμάτων και θερμότης γεωργικών ειδών, σαν συναισθήματα διάφορα, που ζουν και αναταράσσονται, και κλαίνε και ελπίζουν, και εύχονται και προσδοκούν, ψυχής και σκέψεων πολύχρωμοι αναπαλμοί, εμπρός εις των νεκρών την μνήμην και κάτω από τα πόδια του Χριστού, του Παντοκράτορος, του Παναγάθου, του Πολυελεήμονος…

Έπειτα μετά την κηδείαν, όχι επιστροφή όλων των τεθλιμμένων και συλλυπουμένων και συνθλιβομένων εις το σπίτι του νεκρού, αλλά δεξίωσις σε μία ανώγειο καμαρίτσα του νεκροταφείου.
Εκεί προσφέρεται καφές που γίνεται εις το από κάτω καφενείον του ναού, παξιμάδια ανούσια, μεγάλων παραγγελιών των επιτρόπων για όλες τις κηδείες και προαιρετικώς και κονιάκ.

Μόλις τελειώσει η διατύπωσις αυτή και πριν ταθούν τα χέρια δια το τελευταίον ψυχρόν και τυπικόν συλλυπητήριον, τείνεται ο λογαριασμός.
Καφέδες τόσοι επί τόσον.
Παξιμάδια τόσα επί τόσον.
Κονιάκ τόσα επί τόσον.
Υπηρεσία κλπ.
Δικαιώματα του ναού και… αιωνία του η μνήμη.

Αιωνία η μνήμη τίνος; Εκείνου που λησμονήθηκε πριν το χώμα τον δεχθεί.
Πέθανε ο άνθρωπος; Βγήκε από το σπίτι ο νεκρός; Ε, πλεόν δεν ξαναγυρίζει ούτε ως ανάμνησις ούτε ως πόνος ούτε ως κενόν ούτε ως σεβασμός ούτε ως παρηγορία!

Δεν είναι πια δεκτός. Ανήκει εις τους ουρανούς και εις τους λογαριασμούς του δήμου.
Οι ζώντες βιάζονται να επιστρέψουν εις την ζωήν από την οποίαν αυτός προς στιγμήν τους απεμάκρυνε και τους απησχόλησε.
Θα ξανάλθει πάλι να κτυπήσει τας θύρας της μνήμης των υπολειφθέντων ιδικών του. Θα έλθει στα σαράντα, στα εξάμηνα…
Αλλά ούτε και τότε δεν θα είναι πια δεκτός.

Μνημόσυνον εις του νεκροταφείου τον ναόν, δεξίωσις στην καμαρίτσα την κονισαλέαν και έπειτα ο συνήθης αποχαιρετισμός.
Στο σπίτι αντί του νεκρού θα μπαίνει η μοδίστρα, η κανονίζουσα τα πένθιμα κουστούμια της οικογενείας…

* * *

Γυρίζω μέσα εις τους τάφους του νεκροταφείου και διαβάζω τας επιγραφάς.
Πολλοί Μοναστηριώτες, πολλοί Κλεισουρίτες, πολλοί από το Τύρνοβον του Μοναστηρίου, από την Κορυτσάν, από το Κρούσσοβον, από τα εις ξένους περιελθόντα μέρη. Στρωμνιτσιώτες, Μελενικιώτες.

Διαβάζω και ονόματα παλιά μακεδονικά.
Ντοσίκα Χατζηκώτσιου
Τζων Χατζηπαπάς
Νικόλαος Ζαμίτ
Μποζίκα Καρατάσσου
Κάτι άγγελοι με μαρμαρωμένα μάτια, ανοίγουν από πάνω τους τα βαριά τους πέτρινα φτερά.
Χιλιάδες οκάδες μάρμαρο επί του τάφου με την σαρκάζουσαν επιγραφήν «Γαίαν έχοις ελαφράν»…

Παπάδες με άμφια λευκά γυρίζουν από μνήματος εις μνήμα, ως γενειοφόρες πεταλούδες, αναπέμποντες ευχάς και εισπράττοντες τον κόπον της δεήσεως ενδοπαλαμίως.
Προχωρώ έως των πτωχών τα μνήματα.
Πληρώνουν, μου λέει κάποιος, και εδώ εκατό δραχμές εις τον δήμον, άλλως δεν τους θάπτουνε!
Ενοίκιον και μετά θάνατον;
Πώς δεν το εσκέφθηκαν οι έφοροι, για να τους φορολογήσουνε ως νέαν… ιδιοκατοικίαν;

Ένας φτωχός σοφός, φαίνεται, και μερακλής άδει και μετά τον θάνατόν του προς τους διαβάτας:
Εσύ, ξένε, οπού περνάς
κι εδώ ολίγον στάσου
κι εσύ μια μέρα εδώ θα ’ρθείς
και στάσου και στοχάσου.

Από έναν διπλανόν τάφον κάποια νέα ύπαρξις μας ειδοποιεί:
Κι εγώ ’μουν ρόδο μια φορά
και τώρα εδώ λυώνω,
δεν πρόφθασα να ιδώ χαρά
και γνώρισα τον πόνο.

Στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, το 1936, με ένα χρονογράφημα του Σταμ.Σταμ.
Σταμ Σταμ 1936

Το ρεφρέν της ζωής της ανθρωπίνης. Ως να την καταλάβουμε και να την ιδούμε τη ζωή, μας συνεπαίρνει ο πόνος…
Μία κηδεία έρχεται. Προηγείται λιβανίζων ο παπάς.
— Άμωμοι εν οδώ…

Μα εξαπολύεται το άγριο και ξαφνικό του διπλανού καφενείου σκούξιμο του φωνογράφου και τα σκεπάζει όλα.
Ξεχνάει η μοίρα τους ανθρώπους,
τα φύλλα αφήνουν τα κλαδιά,
τ’ αηδόνια πάνε σ’ άλλους τόπους,
μα δεν ξεχνάει κι η καρδιά.

Μα δεν ξεχνάει κι η καρδιά; Ποιος το είπε; Δεν ρωτάτε και τους πεθαμένους, κύριε φωνογράφε, σας παρακαλώ;

Το χρονογράφημα του Σταμ.Σταμ. «Νεκροί και ζώντες στη Θεσσαλονίκη» δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος στις 26 Νοεμβρίου 1936.

Τέτη Σώλου




Πηγή: HELLAS SPECIAL

Διαβάστε επίσης

Close