Τρίχες Κατσαρές #13 - Πάνε κι έρχονται πουλιά κι ο σπουργίτης αναμένει

Τρίχες Κατσαρές #13 – Πάνε κι έρχονται πουλιά κι ο σπουργίτης αναμένει

-Τί κάνεις, Ρίτσα;

-Καλά, ευχαριστώ.
-Τώρα τί κάνεις;
-Ψωνίζω.
-Πού;
-Στο Grand Μασούτη στην Καλαμαριά.
-Γιατί;
-Γιατί είδα στην τηλεόραση καινούργιες προσφορές και γιατί μου έχετε πιπιλίσει το νου απ’ όταν ήρθα στην πόλη, να πηγαίνω στον Μασούτη, να στηρίζω τον Μασούτη, στον Μασούτη για ηλεκτρικά, στον Μασούτη για αλλαντικά, στον Μασούτη για μαναβική, στον Μασούτη για απορρυπαντικά. Με φορτώσατε τύψεις μη και πατήσει το πόδι μου σε άλλο σούπερ μάρκετ!



-Τώρα γιατί είσαι εκεί, Ρίτσα, μου εξηγείς;
-Για τα χαλιά. Πιάνει κρύο. Το σπίτι έχει πλακάκι κάτω, θα πουντιάσω.
-Γιατί δεν είσαι εδώ εννοώ. Έλεος, με αραδιάζεις ιστορίες. Σε περιμένει η κυρία Τζεβελεκίδου.
-Ήρθε;
-Αξημέρωτο, πριν τον γκαϊφέ. Στη δεύτερη δαγκανιά της μπογάτσας μου με το χτύπησε το τακουνάκι της.
-Όλο χαμηλό τακούνι φοράει αυτή, μπράβο…
-Καθόλου μπράβο, Ρίτσα. Έχετε ραντεβού.
-Έχουμε;
-Κλεισμένο εδώ και έναν μήνα. Γιατί δεν με το είπες να το σημειώσω, γιατί δεν με το είπες να στο θυμίσω, γιατί δεν είσαι εδώ;
-Το ξέχασα.
-Το ξέρεις πως συνέχεια ξεχνάς και πως εξαιτίας αυτού του Νηλέα, τα έχεις φορτώσει στον κόκορα;
– Να μου ζήσεις Στελλίτσα, στα κοτόπουλα είμαι. Θα πάρω ένα να το φτιάξω κρασάτο, να ‘ρθεις να φάμε. Να στρώσουμε παρέα και τα χαλιά. Μπαίνει Δεκέμβρης, άργησα.
-Το ξέρω ότι άργησες, σε περιμένει η άλλη.
-Χτένισέ την εσύ, το ίδιο είναι.
-Να με κάνεις τη χάρη και δεν είναι το ίδιο. Της το πρότεινα και ξίνισε τη μούρη της. Θέλει το χεράκι σου.
-Σε ακούει τώρα;
-Όχι βέβαια, έχω βγει έξω.
-Κρίμα. Να σε άκουγε, να έφευγε μόνη της. Τώρα θα πρέπει να την διώξεις εσύ.
-Δεν θα έρθεις;
-Δεν έχω όρεξη Στέλλα, άφησέ με. Δεν έχω μυαλό…
-Το ξέρω.
-…ούτε βούρτσα θέλω να πιάσω, ούτε χτένα. Κάνω ψώνια. Έρχεται ο Νηλέας μου το Σαββατοκύριακο και είμαι αναστατωμένη.
-Μάλιστα. Που έρχεται είσαι αναστατωμένη, όχι που τον γνώρισες Δεκαπενταύγουστο και θα τον ξαναδείς του Αγίου Νικολάου! Αυτό δεν σε αναστάτωσε…
-Όλο ειρωνεία είσαι και μιλάς με εμπάθεια για τον Νηλέα. Αύριο μεθαύριο θα βγαίνουμε όλοι μαζί, έτσι θα τον αντιμετωπίζεις;
-Κάτσε να σιγουρευτούμε ότι θα βγείτε πρώτα εσείς και έπειτα ανοιγόμαστε. Οι κοινωνικότητες σε μάραναν. Τί σε έγραψε, με λες;
-Θα στο στείλω με μήνυμα να το διαβάσεις. Πού να το θυμάμαι απέξω! Αχ, γράφει όμορφα. Είναι ποιητής ο άνθρωπος, έχει καλλιέργεια, έχει επίπεδο, τί να λέμε τώρα!



-Τίποτα…
…είπε η Στέλλα διακόπτωντας με το άγγιγμα του δαχτύλου της τον ανωτέρω διάλογο και ανοίγοντας με το χαμόγελό της τον κατωτέρω:

-Καλή μου κυρία Τζεβελεκίδου.
-Ορίστε.
-Η Ρίτσα μας.
-Τί;
-Αποκλείστηκε.
-Πού;
-Στην Καλαμαριά.
-Από τί;
-Από κατακλυσμό.
-Μα δεν βρέχει!
-Εδώ δεν βρέχει, εκεί ρίχνει καρέκλες…πιάστε κι εσείς την καρεκλίτσα στον πρώτο καθρέφτη και θα σας κάνω εγώ μια κούκλα, να σας συζητήσει η Σαλονίκη.
-Μπορείτε;
-Εδώ μπορώ άλλα κι άλλα…

…μονολόγησε περνώντας από τον λαιμό της κυρίας Τζεβελεκίδου το μοβ πενουάρ με το κίτρινο κεντημένο «Ritsa´s Coiffure». Ο φιλεύσπλαχνος Θεός θωρώντας από ψηλά τα βάσανά της, παρέβλεψε για λίγο τις ίδιες του τις εντολές και της σιγόνταρε το ψέμα, στέλνοντας ακριβώς στα Λαδάδικα ένα τεράστιο γκρίζο σύννεφο και μια τοπική, θορυβώδη καταιγίδα.

Η Ρίτσα που εν αγνοία της είχε πλημμηρίσει κατά τόπους τη Θεσσαλονίκη, συνέχιζε αμέριμνη να βολτάρει στους διαδρόμους του Μασούτη. Αντικρίζοντας το ράφι με τα λάδια, θυμήθηκε να στείλει στη Στελλίτσα το μήνυμα που είχε λάβει χθες από τον Νηλέα:

Ιφιγένεια λυγερή.
Άνθος που μοιρίζει υπομονή.
Περίμενα στωικά να αποχωρήσει η εποχή.
Θέρος σε γνώρισα και το Φθινόπωρο δεν σου ταιριάζει.
Ο καιρός τώρα αλλάζει.
Ο Χειμώνας αρχινά.
Είναι πρέπον να σμίξουμε ξανά.

Το νέο όμως μήνυμα που ερχόταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, της ακύρωνε ξανά τον ερχομό του «λόγω εκτάκτων δυσκολιών» και την έκανε να στραφεί στα ράφια με τις σοκολάτες.

Δευτερόλεπτα μετά, ο Νικόλας το ψάρι κοιτάζοντας τη Στέλλα και η Στέλλα κοιτάζοντας τη συσκευή του κινητού της, ψιθύριζαν ταυτόχρονα την ίδια κουβέντα:

«Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου».




Διαβάστε επίσης

Τρίχες Κατσαρές # 3:  Κάθου γέρο λίμενε να φας τον Μάη χορτάρι

Τρίχες Κατσαρές # 3: Κάθου γέρο λίμενε να φας τον Μάη χορτάρι

Το πακέτο με τους ξηρούς καρπούς άνοιξε ταυτοχρόνως με τη τζαμένια πόρτα του «Ritsa’s Coiffure», αποκαλύπτοντας στη Ρίτσα την κομμώτρια ένα παμπόνηρο χαμόγελο, τόσο γλυκό και ρυτιδιασμένο, όσο και η σταφίδα που κατάπινε.

Τρίχες Κατσαρές #4 - Η Ρίτσα η κομμώτρια πέρασε το Σαββατοκύριακο μια βόλτα από το Κτήμα Γεροβασιλείου. Και τώρα πίνει!

Τρίχες Κατσαρές #4 – Η Ρίτσα η κομμώτρια πέρασε το Σαββατοκύριακο μια βόλτα από το Κτήμα Γεροβασιλείου. Και τώρα πίνει!

Εργάτης αργοκίνητος, όλο δρεπάνια αλλάζει, συλλογίστηκε η Ρίτσα, η κομμώτρια, καταπίνοντας λαίμαργα μια τεράστια γουλιά CHARDONNAY Γεροβασιλείου. Έπειτα ανασήκωσε τα φρύδια… Η 22η υποψήφια βοηθός πιστολάκι, ονόματι Τζένη, άλλαζε πότε χέρι, πότε βούρτσα, πότε σεσουάρ, καταβάλοντας ιδρωμένες προσπάθειες να περάσει το τεστ, που τί ήταν; Ένα απλούστατο ίσιωμα μαλλιού.

Close