Τρίχες Κατσαρές #5 -   Απ’ τα ψηλά στα χαμηλά...

Τρίχες Κατσαρές #5 – Απ’ τα ψηλά στα χαμηλά…

– Κατέβα κοριτσάκι μου από τη γόβα να συννενοηθούμε.



– Γιατί με το λέτε αυτό, κυρία Ρίτσα μου;
– Σε το λέω αυτό, γιατί έχεις ρίξει μπόι με τούτο το υπόδημα και δεν φτάνεις να λούσεις την πελάτισσα.
– Αστεία τα λέτε, κυρία Ρίτσα μου, το ξέρετε;

– Εσύ το ξέρεις ότι το σαμπουάν είναι τέσσερα πατώματα πιο κάτω; Πώς θα το πιάσεις εκεί που σκαρφάλωσες ε;
– Εμένα θα με λούσει καμιά σας; Τί κουβεντιάζετε και χάνω χρόνο;
– Άσε μας κυρά Μαρία ένα λεπτό, σε πήρε η βιάση! Εσύ δουλειές δεν έχεις.
– Άμα χάνω εδώ μέσα τόσες ώρες, πού ώρα για δουλειές! Συντομεύετε.
– Εμείς σε πειράξαμε! Δεν κοιτάς που φαρδαίνεις όλη μέρα από το καθισιό μπροστά στην τηλεόραση! Άσε με να δω το κορίτσι αν μου κάνει, μπας και βρεθεί επιτέλους βοηθός, γιατί όσες έχουν περάσει από δω μέσα είναι τρεις λαλούν και δυο χορεύουν.
– Χορεύω κιόλας μ’ αυτά τα παπούτσια κυρία Ρίτσα μου, σας το λέω για να μην νομίζετε ότι δεν μπορώ να κάνω δουλειά με το δωδεκάποντο.
– Δεν μπορείς να κάνεις δουλειά. Τέλος.
– Μα σας λέω, μπορώ.
– Εγώ, μ’ αυτή τη γόβα δεν σε προσλαμβάνω. Μίλησα.
– Είμαι αστέρι, σας το υπογράφω. Το λέει και το όνομά μου. Στέλλα στα ιταλικά σημαίνει αστέρι, το ξέρατε;
– Όχι.
– Να που το μάθατε. Κι άλλα θα μάθετε μαζί μου, σας δίνω τον λόγο μου. Αστέρι είμαι κυρία Ρίτσα μου. Λούσιμο, στέγνωμα δεν μου παραβγαίνει καμιά. Ανταύγειες ξέρω, βοήθεια στο βάψιμο θα σας κάνω, ρόλεϋ, τρόλεϋ, το τηλέφωνο σηκώνω, τα ραντεβού τα κανονίζω, τη στριμμένη πελάτισσα την κουμαντάρω… Όσο για το σκούπισμά μου, θα έχετε να το λέτε. Τρίχα δεν αφήνω. Θα ξεχάστε ότι έχετε κομμωτήριο.
– Δεν θέλω να το ξεχάσω, τώρα το άνοιξα. Άσε με να το χαρώ!
– Καλά, θα σας αφήνω και καμιά, έτσι για τη μνήμη.
– Μ’ αυτό το τακούνι θα κάνεις το σκούπισμα που λες;
– Ναι, γιατί;
– Γιατί δεν μπορώ να σε τρέχω στο ΑΧΕΠΑ κάθε μέρα, άκου γιατί! Θα σε πληρώνω εργατικό ατύχημα συν μισθό συν ΙΚΑ, δεν συμφέρεις.
– Πάλι τα λέτε αστεία, το ξέρετε;
– Πολλά τα λέτε, το ξέρετε; Θα τελειώνετε καμιά φορά, μου πλημμυρίσατε τ’ αυτί…
– Πιάσε την πετσέτα, πίσω είναι… πρόσεχε… πρόσεχε, έχει πέσει conditioner, θα στραμπουλήξεις και τους δύο αστραγάλους.
– Ποιούς παπαγάλους, ψάρι δεν είναι εκείνο;
– Σταμάτα κυρία Μαρία ένα λεπτό, σε παρακαλώ .
– Εμείς κυρία Ρίτσα μου, οι Σαλονικιές, δεν την αποχωριζόμαστε την κοκεταρία, καμίαν ώρα.
– Άμα φορέσεις γύψο όμως, θα την αποχωριστείς μιά και καλή.
– Μη βάζετε με το νου σας αρνητισμό, το λέει και το «Secret». Θετικά να σκέφτεστε για να σας πάνε όλα καλά. Ξέρω εγώ να την περπατάω τη γόβα, μη νοιάζεστε.
– Ξέρεις δεν ξέρεις, για να καθίσεις εδώ μέσα θα τη βγάλεις.



Και την έβγαλε. Και μιλήσανε. Στο ίδιο επίπεδο. Στο μικρό τραπεζάκι μπροστά στο ταμείο. Και συμφωνήσανε. Θα έρχεται η Στέλλα στο «Ritsa’s Coiffure» τρεις ημέρες την εβδομάδα, κι όσο η δουλειά θα στρώνει και η πελατεία θα αυξάνεται, οι τρεις θα γίνουν πέντε. Θα πληρώνεται στο τέλος κάθε μέρας και για το καλό της συνεργασίας, η Ρίτσα θα της κάνει δώρο ένα ολοκαίνουργιο ζευγάρι αθλητικά παπούτσια, να έχει να πορεύεται.

– Θησαυρός είστε κυρία Ρίτσα μου, θησαυρός…

…φώναξε η Στέλλα, χοροπηδώντας ξανά πάνω στις λουστρινένιες γόβες της και κλείνοντας την πόρτα της νέας της εργασίας. Η Ρίτσα δεν απάντησε. Θυμήθηκε μονάχα ότι, χρόνια πριν, κάπως έτσι χοροπηδούσε κι εκείνη στη μοκέτα του πατρικού της σπιτιού, αγκαλιά με το φρεσκοτυπωμένο Πτυχίο Κομμωτικής και τ’ όνειρο, ν’ ανοίξει κάποτε δικό της κομμωτήριο, με δική της βοηθό, αγαπημένη.

Με αυτά και με κείνα, ξέχασε να ταΐσει και το ψάρι τον Νικόλα, που νευριασμένος και με πείνα λευκού καρχαρία, λούφαξε στον ψεύτικο βράχο του ενυδρείου για να κοιμηθεί, με τη συμπληρωματική σκέψη: «…κι απ’ τα πολλά στα λίγα».




Διαβάστε επίσης

Τρίχες Κατσαρές #10 - Δεν κρύβονται ο βήχας κι ο παράς

Τρίχες Κατσαρές #10 – Δεν κρύβονται ο βήχας κι ο παράς

Ο βήχας, έφτασε νωρίτερα απ’ τη Ρίτσα στο σπίτι. Εκείνος ανέβαινε δυο – δυο τα σκαλιά σηκώνοντας την πολυκατοικία στο πόδι, ενώ εκείνη ούτε καν ένα – ένα. Εξαντλημένη. Δεν της έφτανε η κούραση της επιστροφής από την Αίγινα, την Αθήνα, τον σταθμό, δεν της έφταναν οι βαλίτσες που έσερναν άπλυτα και μελαγχολία, δεν της έφτανε το καλοκαίρι που ψυχορραγούσε, είχε κι έναν βήχα άλλο πράγμα. Ούτε μες το καταχείμωνο τέτοιο κρύωμα.

Close