Χρόνης Μίσσιος: Οι μεγάλες αλήθειες της ζωής

Χρόνης Μίσσιος: Οι μεγάλες αλήθειες της ζωής

Ο Χρόνης Μίσσιος γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου του 1930 στην Καβάλα. Υπήρξε συγγραφέας, ακτιβιστής και αντιστασιακός, ενώ το μεγαλύτερο λογοτεχνικό του έργο, είναι ένα πέρασμα από τις κακουχίες και τα βασανιστήρια που υπέστη ενόσω βρισκόταν υπό κράτηση. Παρόλο που δεν κατάφερε να τελειώσει ούτε το Δημοτικό, λόγω της Κατοχής, τα γραπτά του μιλούν άμεσα στον αναγνώστη και παρά τη βαναυσότητα που περιέχουν οι περιγραφές του, διακρίνονται πάντα από μια νότα αισιοδοξίας. Με τη συγγραφή ασχολήθηκε σε μεγάλη ηλικία, καθώς το πρώτο του βιβλίο (Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς …) εκδόθηκε το 1985. Νικήθηκε από τον καρκίνο, στις 20 Νοεμβρίου του 2012, σε ηλικία 82 ετών.

Χρόνης Μίσσιος: Οι μεγάλες αλήθειες της ζωής

 

Ξεχωριστά αποσπάσματα από τα βιβλία του …

  • «Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει ευτυχισμένος μόνον σε σχέση ελευθερίας και ευτυχίας με τους συνανθρώπους του, σε συναισθηματική αρμονία με τον εαυτό του, αλλιώς γίνεται σκατό ανθρώπινο, το πιο άχρηστο και επικίνδυνο πράγμα δηλαδή, διότι και το σκατό των ζώων ακόμα είναι ευλογία θεού για τα λουλούδια και τα φυτά. Μόνο ο άνθρωπος, που τρώει και καταστρέφει τα πάντα, παράγει άχρηστα και επικίνδυνα πράγματα, και για τη φύση και για τη ζωή…» (Χαμογέλα, ρε … σου ζητάνε;)
  • «Στην απομόνωση, άμα δεν μπορείς να ταξιδέψεις, είσαι χαμένος. Και μεις ταξιδεύουμε. μεγάλες σιωπές, γεμάτες πόνο και νοσταλγία. Τις πιο πολλές φορές όμως μιλάγαμε, κυρίως την ώρα που η νοσταλγία μας έπνιγε. Ξεφεύγαμε φωναχτά από τη μαγεία της. Η άνοιξη ήταν στα γεμάτα της, και μας έζωναν από παντού μυρουδιές από λουλούδια, δέντρα, φρέσκο χώμα. Αλλά κυρίως τη νιώθουμε από ένα αίσθημα δύναμης, αισιοδοξίας και φοβερής μοναξιάς, που δεν ξέρουμε από πού τρύπωσαν στο κελί μας…» (Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς …)
  • «Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο… Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη..» (Χαμογέλα, ρε …τι σου ζητάνε;)

 

  • «Όχι! Εμείς που φτάσαμε ως τα έσχατα, πρέπει να ζορίσουμε το μυαλό και το κορμί μας να φτάσει ως την ύψιστη τρέλα της απόλυτης άρνησης, και μέσα από τη φωτιά της εσωτερικής μας αντίστασης να αναστήσουμε την αισθαντικότητά μας. το νόημα και τον αισθησιασμό της ζωής μας… Μπορούμε να το κάνουμε; Να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες της ζωής μας; Ιδού το μέγα φιλοσοφικό ερώτημα της εποχής μας… Χιλιάδες εξεγέρσεις, επαναστάσεις, πολέμοι,πραξικοπήματα, μεταρρυθμίσεις, τεχνολογικές επαναστάσεις, και η ζωή μας κατάντησε μια τραγική περιπέτεια μέσα στην κρεατομηχανή της εξουσίας. Απολέσαμε το «υπαρξιακό μας πρόβλημα», που θα μας βοηθούσε να επαναστατήσουμε ή να τρελαθούμε. Το αίτημα της ατομικής μας ολοκλήρωσης, της εμπραγμάτωσης, της αισθησιακής και συναισθηματικής μας αρμονίας, γίνεται όλο και πιο ανέφικτο, όλο και πιο συρρικνωμένο… Δεν είναι πια δυνατόν να συνενοηθούμε με ιδεολογίες, αλλά μέσα από την ατομική συμπεριφορά και πράξη, τη συλλογική μας συν-κοινωνία, τη συνεργασία, τη συλλογική μας συν-αρμονία, την ατομική μας συν-διαφορετικότητα. Ο λόγος, εσωτερικά φαγωμένος, όπως και η ζωή μας, δεν είναι πια ικανός για συν-κοινωνία. Οι λέξεις χωρίς μνήμη και ευθύνη, σέρνονται στην καθημερινότητα, κουρέλια χωρίς σώμα, που τα παίρνει ο άνεμος, όπως τις ξεσκισμένες αφίσες των κομμάτων και των σωματείων… Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε διαφορετικά, παρά μόνο μέσα από την αγάπη, την τρυφερότητα του χαδιού, το ερωτικό μας βλέμμα. Από την επαφή μας με την γη, με τη φύση, θα ξαναγεννηθεί ο καινούριος λόγος της ατομικής ευθύνης και μνήμης…» (Τα κεραμίδια στάζουν)
  • «Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.
    Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.

    Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.
    Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

    Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.
    Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.» (Χαμογέλα, ρε … τι σου ζητάνε;)

 

  • «Πολλές φορές είναι γλυκύτερο να προσδοκάς τον έρωτα, παρά να τον ζεις. Κοίτα με πόση ομορφιά μάς πλούτισε η γνωριμία μας. Σου έδωσα το γάλα της ψυχής μου, μου έδωσες τον πόνο σου, αγάπη. Ένα πάρε-δώσε σε πεδία όπου οι άγνωστες επικοινωνίες ήταν κομμένες και μας ένωσαν τα αιώνια και άγνωστα. Εκείνοι οι γαλαξίες συναισθημάτων που κάθε φορά είναι παρθένα» (Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι)

 

Επιμέλεια: Δάφνη Τσάρτσαρου

Διαβάστε επίσης

Close