Νικηφόρος Βρεττάκος: Ο σπουδαίος ποιητής που προτάθηκε 4 φορές για Νόμπελ Λογοτεχνίας

Νικηφόρος Βρεττάκος: Ο σπουδαίος ποιητής που προτάθηκε 4 φορές για Νόμπελ Λογοτεχνίας

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε στις 1 Ιανουαρίου του 1912 στις Κροκεές Λακωνίας και ήταν ποιητής, δοκιμιογράφος, πεζογράφος και μεταφραστής. Τελείωσε το Γυμνάσιο Γυθείου, την ίδια περίοδο με τον επίσης σημαντικό λογοτέχνη, Γιάννη Ρίτσο. Το 1928, σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών, έδωσε στην Εμπορική Λέσχη Γυθείου δύο διαλέξεις με θέματα από «τη Δικαιοσύνη και την Παιδεία ως τη διάσπαση του ατόμου». Ένα χρόνο αργότερα, μετακόμισε στην Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει, χωρίς όμως να τα καταφέρει, λόγω των τραγικών οικονομικών του. Έτσι, ξεκίνησε να δουλεύει ως υπάλληλος χειρωνακτικών εργασιών, ενώ το Δεκέμβριο του ίδιου έτους εξέδωσε και την πρώτη ποιητική του συλλογή, «Κάτω από Σκιές και Φώτα». Σπουδαιότερα έργα του είναι: «Ενώπιος Ενωπίω», «Το Γυμνό Παιδί», «Εξομολόγηση στον Αναγνώστη», κ.α. Το 1967, μετά το Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία, από όπου επέστρεψε το 1974 κι εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, με το βραβείο Ουράνη και δώδεκα χρόνια αργότερα ανακηρύχθηκε μέλος της. Επίσης αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Στις 4 Αυγούστου του 1991, σε μια επίσκεψή του στο πατρικό του, στην Πλουμίτσα, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 79 ετών. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Νικηφόρος Βρεττάκος: Ο σπουδαίος ποιητής που προτάθηκε 4 φορές για Νόμπελ Λογοτεχνίας

Για να τον τιμήσουμε, για τα 28 χρόνια από το θάνατό του, θα θυμηθούμε 5 ποιήματα από το σπουδαίο έργο του.

1)Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.

Έχω κρατήσει μέσα μου την ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κ’ έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ’ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κ’ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.

Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Άι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ’ τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν’ ακούς κάτω απ’ τη στέγη σου τ’ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ’ το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Κοίταξες τον ήλιο και προχώρησες..

 Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξες τον Άνθρωπο!

[από τη συλλογή «Η παραμυθένια πολιτεία», 1947]

 

2) Εἶχα

Εἶχα ἕνα ἐγώ πού τό χρησιμοποίησα πολύ,
εἶχα μιά νιότη πού ἔφτιαχνε χρώματα ἀπό τό τίποτα,
εἶχα μιά ἀγάπη πού τραγούδαγε στά πληγωμένα ζῶα,
μιά πίστη πού περιέκλεινε καί τίς πέτρες ἀκόμη
μέσα στ’ ἅγια τῶν ἁγίων της. Τώρα, ὄχι πώς ἔχασα
τά πράγματά μου καθώς βάδιζα, ἀλλά
θά διπλώθηκαν μέσα μου κάπου, βαθιά
περιμένοντας ἴσως τη σάλπιγγα
τῆς ἀνάστασης.

Κ’ ἡ Ἑλλάδα,
τώρα, σάν ἕνα μακρινό φεγγάρι ἁπό κιμωλία,
φέγγει, ἀμυδρά, στῆς μνήμης τό διάστημα.

 

3)Μὴν ἀγγίζετε!

Ἀφῆστε αὐτὸν τὸν ὄμορφο κόσμο νὰ διαιωνίζεται
ἀνακυκλώνοντας τὸ αὔριο μὲς στὶς πηγές του ὅπως
τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκα ὡς ν᾿ ἀναδύεται,
κάθε πρωί, γιὰ πρώτη φορά, μὲς
ἀπ᾿ τὶς ρόδινες γάζες τῆς γέννας του.
Σβῆστε στὸν ἥλιο τὴν κακὴ φωτιά.
Μὴ μᾶς σκοτώνετε!

 

4)Οἱ μικροὶ γαλαξίες

Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ.
Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας
ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους.
Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται.
Ὅμως, ἐσύ,
δὲ λόξεψες, βάδισες ἴσα, προχώρησες
μὲς ἀπὸ μένα, κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα μου,
ὅπως κι ἐγώ: προχώρησα ισα, μὲς ἀπὸ σένα,
κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα σου. Σταθήκαμε ὁ ἕνας μας
μέσα στὸν ἄλλο, σὰ νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυὸ κόσμους σὲ πλήρη
λάμψη καὶ κίνηση, σαστίσαμε ἀκίνητοι
κάτω ἀπ᾿ τὴ θέα τους –
Ἤσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου ὅλες τὶς στέρνες.
Ἤσουνα φῶς, διαμοιράστηκες. Ὅλες
οἱ φλέβες μου ἔγιναν ἄξαφνα ἕνα
δίχτυ ποὺ λάμπει: στὰ πόδια, στὰ χέρια,
στὸ στῆθος, στὸ μέτωπο.
Τ᾿ ἄστρα τὸ βλέπουνε, ὅτι:
δυὸ δισεκατομμύρια μικροὶ γαλαξίες καὶ πλέον
κατοικοῦμε τὴ γῆ.

 

5)Αὐτοβιογραφία

Μεταφέρω ἀπὸ τόπο σὲ τόπο
τὴ λύπη μου, αὐτὸ τὸ καλύβι
μὲ τὰ ἐλάχιστα πράγματα:
τὰ χαρτιά, τὶς μνῆμες, τὶς πέννες μου.
Τὸ πιὸ μεγάλο μου ἀπ᾿ ὅλα
τὰ πράγματα, μὲς
στὸν ἄδειο μου χῶρο,
εἶναι τὰ χέρια μου.

 

Επιμέλεια – Κείμενο: Δάφνη Τσάρτσαρου

 

Διαβάστε επίσης

Close