Ο Μέγας Ανατολικός, από τον Ανδρέα Εμπειρίκο

Ο Μέγας Ανατολικός, από τον Ανδρέα Εμπειρίκο

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, φωτογράφος και ψυχαναλυτής. Γεννήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1901 και έφυγε από τη ζωή στις 3 Αυγούστου του 1975.

 

Αποσπάσματα από το κορυφαίο έργο του, «Ο Μέγας Ανατολικός»

«Ο ουρανός εξηκολούθει να είναι καθαρός και οι αναρίθμητοι αστέρες εσπίθιζαν εις τήν αδιατάρακτον γαλήνην τής νυκτός. Ο «Μέγας Ανατολικός» γλιστρούσε εις τά σκοτεινά νερά ως υπερκόσμιον φάντασμα και προχωρούσε εις τό αυροφίλητον έρεβος, ουχί ως μονάς, αλλά ως ολόκληρη αρμάδα, νύκτωρ εξορμήσασα, με όλα τά φώτα της αναμμένα, ως στόλος πανηγυρικός και ατρόμητος, πλέων, εν πυκνώ σχηματισμώ, προς κατάκτησιν ενός νέου κόσμου. Ο Ανδρέας Σπερχής μόλις τώρα κατήρχετο από τήν γέφυραν. Επωφελούμενος τής ερημιάς, ήθελε να βηματίση μόνος του εις εν εκ τών καταστρωμάτων τής πρώτης θέσεως. Η ευκαιρία ήτο πράγματι λαμπρά. Ουδείς ευρίσκετο εκεί τήν ώραν εκείνην, και ο δροσερός αήρ ήτο κατάλληλον αντίδοτον προς μετριασμόν τής φωτιάς που κατέκαιε τήν ψυχήν του. Ω, πόσον διαφορετικόν θα ημπορούσε να είναι τό ταξίδιον τούτο, εσκέπτετο ο Σπερχής με σπαραγμόν, ενώ εβημάτιζε επάνω-κάτω. Πόσον διαφορετικόν, επανελάμβανε ενδομύχως, και έβλεπε τόν εαυτόν του στηριζόμενον εις τήν κουπαστήν, εις τό πλευρόν τής Βεατρίκης και ψιθυρίζοντα λόγια αγάπης φλογερά, ενώ εκείνη τόν ήκουε με σιωπηλήν περιπάθειαν, μεθυσκομένη από τήν θέρμην τού έρωτός του, με τήν ωραίαν της καστανήν κόμην κυματίζουσαν εντεύθεν και εκείθεν τού προσώπου της, που ωμοίαζε με πρόσωπον ωραίας Φλωρεντινής τού Πιέρρο Φραντσέσκα ντέλλα Μοργκέζε, ή τού Αλεσσάντρο Μποτιτσέλλι, με τά επιμήκη καστανά και υποκύανα εις τό άσπρο των μάτια της συλλαμβάνοντα τήν φλόγα τού έρωτός του και όλας τάς μαρμαρυγάς τών άστρων. Αντ’ αυτού —εξηκολούθει να σκέπτεται ο Σπερχής— τούτο τό μοναχικόν και μελαγχολικόν ταξίδιον, με τήν πικρίαν ριζωμένην εις τήν καρδίαν του, χωρίς καμμίαν σαφή προοπτικήν μπροστά του, και με τήν έμμονον ιδέαν ενός απολεσθέντος παραδείσου εμφωλεύουσα αδυσωπήτως εις τόν νούν του. Ω, ας ήτο εφιάλτης μόνον, τό τελευταίον τούτο δίμηνον τού μαρτυρίου του. Ας αφυπνίζετο αιφνιδίως, και ας μην ήτο πλέον ο προγεγραμμένος, αλλά ο εκλεκτός, ο προτιμηθείς από τήν Βεατρίκην άνδρας, και, κατά συνέπειαν, ο ευτυχέστερος άνθρωπος εις τόν κόσμον. Ο Ανδρέας Σπερχής, κατάκοπος από τήν πολύωρον ορθοστασίαν εις τήν γέφυραν και από τούς βηματισμούς εις τό κατάστρωμα, δια τών οποίων προσεπάθησε να καταπραΰνη ολίγον τόν σάλον τής ψυχής του και να εκδιώξη τάς οδυνηράς φαντασιώσεις του, εκάθησε επί ενός πάγκου, ευρισκομένου μακράν από τό άμεσον φως τών φανών, και με ύφος περίλυπον ήκουε τόν ρυθμικόν γδούπον τής έλικος και τόν αφρόεντα παφλασμόν, που προεκάλουν με τάς σταθεράς περιστροφάς των εις τήν θάλασσαν τά πτερύγια τών τεραστίων τροχών τού υπερωκεανείου. Τί περίεργον! Αι ώραι παρήρχοντο τόσον βραδέως, και όμως η ημέρα είχε ανατείλει! Εν άρωμα από γαρδένιες και γαζίες εγέμιζε τόν αέρα. ∆ύο ελαφρά και επιμήκη σύννεφα έπλεαν εις τόν ουρανόν, σαν νησίδες εις πέλαγος γαλάζιο, ροδίζοντα συνεχώς από τάς πρώτας ακτίνας τού ηλίου που τά ήγγιζαν. Τό άγγιγμα τούτο ήτο σαν μία θωπεία εραστού εις τά βυζιά, ή τό αιδοίον, μίας κόρης δια πρώτην φοράν θωπευομένης, ή εις τούς μαστούς και τό αιδοίον μίας γυναικός ερωτευμένης, που, κατόπιν μακράς αναμονής, συνευρίσκεται με τόν εραστήν της. Εν δροσερόν ψιμύθιον αφρού ανήρχετο από τά ελαφρότατα κύματα που διέτρεχαν ως ρίγος ηδυπαθείας τήν επιφάνειαν τών πρωινών υδάτων, και διεσκορπίζοντο επί τού πελωρίου σκάφους, καθώς και επί τών χειρών και τού προσώπου τού Ανδρέου Σπερχή. Θα έλεγε κανείς, ότι η ώρα προμηνούσε κάτι τό ασύνηθες, κάτι τό θαυμαστόν — ίσως τήν αναπήδησιν εκ τής θαλάσσης μιας σποράδος εξαισίας, ή τήν εμφάνισιν εις τόν ουρανόν ενός σέλαος ανεσπέρου. « Ανατολή! Ανατολή ! » εψιθύρισε αγαλλιών ο Έλλην ποιητής, και πάσα θλίψις άπεπτη από τήν ψυχήν του. Εν αίσθημα όλβου και μια γαλανή γαλήνη εγέμισαν τώρα τήν μέχρι προ ολίγου ακόμη σφαδάζουσαν καρδίαν του. Κάτι επέκειτο. Κάτι οριστικόν, ευδαιμονικόν και τελεσίδικον — κάτι, όπως η γέννησις μίας κόρης ουρανίας, κάτι, όπως η γέννησις τής Αφροδίτης! Και ιδού που τό εκπληκτικόν, τό θαυμαστόν συνετελέσθη! Μία νεάνις ωραιότατη, με καστανά μαλλιά και βελούδινα μάτια, εστάθη προ τού ποιητού και τού έτεινε τήν χείρα. « Βεατρίκη! » ανεφώνησε αφυπνιζόμενος ο Σπερχής και τό ωραίον όνειρον εχάθη …»

 

«Μεταλλωρύχοι, ψυχαναλυταί και ποιηταί της δράσεως και του λόγου, όσοι δεν περιορίζεσθε εις έστω και ωραία φληναφήματα της παρακμής, της  «ντεκαντέντζας», χειρώνακτες και πνευματικοί, εργάται απάντων των εγκάτων, σύντροφοι, συνοδοιπόροι, συνερασταί και αδελφοί εν όπλοις, εργάται και ερευνηταί του απείρου βάθους, άνευ της κατακτήσεως του οποίου θα ήτο αδύνατον να συλλάβωμεν καν την έννοια του απείρου ύψους, σας απευθύνω, πριν συνεχίσω την αφήγησή μου, κατά τρόπον που τα λόγια αυτά να αποτελούν μέρος αδιαίρετον και αναπόσπαστον του όλου έργου, σας απευθύνω επάνω και μέσα από τας οικουμενικάς και τας ατομικάς  μας τρικυμίας, επάνω από όλας τας αβαθείς και αρνητικάς διδασκαλίας και επάνω από τας απατηλάς και καταστρεπτικάς των πάντων, ταπεινότατα υλιστικάς δημοκοπίας, προς υμάς, τους απανταχού της γης εργάτας, όλων ανεξαρτήτως των «εγκάτων», προς υμάς τους φανερούς ή  αφανείς γεννήτορας παντός μεταγενεστέρου κλέους των ηλιόλουστων επιφανειών της γης και πάσης εν τω παρόντι και εν τω μέλλοντι αφθαλμοφανούς χαράς και δόξης των ανθρώπων, σας απευθύνω εκ βάθους καρδίας, ένθερμον και παλλόμενον χαιρετισμόν ευγνωμοσύνης και αλληλεγγύης…»

 

«Η καθημένη ολίγον πιό μακρυά λεπτοφυής ως συλφίς νεαρά Σουηδή, χωρίς να προσέξη καν αν την έβλεπε κανείς, εξεκούμβωσε τάχιστα την μπλούζαν της και με δύο γοργάς κινήσεις, ωσάν να μην ημπορούσε να κρατηθή, εξήγαγε εκ του στηθόδεσμου της ένα ωραιότατον και μεγάλον διά μίαν τόσον λεπτήν νεανίδα σφικτόν βυζί, και επίεσε την ημιεκτοξευμένην ροδαλήν θηλήν του εις το στόμα της κούκλας, την οποίαν εκράτει εισέτι εις την αγκάλην της, συνθλίβουσα τον σφύζοντα λευκόν μαστόν με τον δείκτην και τον μεσαίον δάκτυλον της δεξιάς χειρός της, όπως μία γυνή που γαλουχεί ένα βρέφος. Ολίγα δευτερόλεπτα διήρκεσε τούτο, και, εν συνεχεία, η νεαρά Σουηδή, με έκφρασιν απεριγράπτου λαγνείας εις το πρόσωπόν της, ήρχισε να τρίβη με δύναμιν την ρώγαν της επί ολοκλήρου του προσώπου της κούκλας, ενώ η θηλή καθισταμένη διπλή εις μέγεθος και σκληρά, εξετοξεύετο, ως φράουλα τραγανή, εις πλήρη στύσιν. Αλλά και αύτη η φάσις δεν διήρκεσε πολύ. Η Γκρέτα, καταφανώς εν μεγάλη διεγέρσει διατελούσα, χωρίς την παραμικράν προφύλαξιν, ανέσυρε εν ριπή οφθαλμού το φόρεμά της, και, αποκαλύπτουσα, προς στιγμήν, ένα θαυμάσιον και προεξέχον πολύ, εν μέσω ολίγων αραιών τριχών μουνί (δεν έφερε σκελέαν), ήνοιξε τούς μηρούς της, έθεσε την κούκλαν μεταξύ αυτών, και καλύπτουσα πάλιν το ερωτικόν της όργανον, έσφιξε τούς μηρούς της, και ήρχισε να κινήται ζωηρώς, ζωηρότατα, επί του καθίσματός της, κατά τρόπον που εφανέρωνε ότι ηυνανίζετο με πάθος, τρίβουσα μανιωδώς το αιδοίον της, επί της κεφαλής και των μαλλιών του κομψού ανθρωπομόρφου ομοιώματος, επιδιώκουσα με αφάνταστον ζέσιν να επιφέρη τοιουτοτρόπως την έκχυσιν του ερωτικού χυμού της, αδιαφορούσα τελείως, και, ίσως, τερπομένη επιπροσθέτως, από το γεγονός ότι εξετέλει την τόσον άσεμνον, άλλα και τόσον χαριτωμένην αυτήν πράξιν δημοσία.

Κατ’ αρχάς, ο βαρώνος Χάσσελκβιστ, βυθισμένος όπως ήτο εις τους υπολογισμούς του, δεν αντελήφθη τι έκαμνε η κόρη του — τουτέστιν δεν αντελήφθη την φάσιν του «θηλασμού». Όταν όμως η Γκρέτα διέκοψε την «γαλούχησιν» και, μετά ταύτα, την πρόστριψιν του βυζιού της επί του προσώπου της κούκλας, και ήρχισε να μαλακίζεται υπό το φόρεμά της, με το κομψόν άθυρμα ανάμεσα εις τα σκέλη της, πιέζουσα αυτό, ταυτοχρόνως, και διά της χειρός, επί του μουνιού της, ο Σουηδός βαρώνος ηννόησε, τότε, αμέσως, τι έκαμνε η κόρη του, και αφού έρριψε γύρω του ένα αγωνιώδες βλέμμα και ανεκουφίσθη, νομίζων ότι ουδείς είχε αντιληφθεί την άσεμνον συμπεριφοράν της Γκρέτας, καθιστάμενος κατακόκκινος από εντροπήν και οργήν, επέπληξε αυστηρότατα την θυγατέρα του, και την διέταξε να διακόψη πάραυτα την λαγνικήν της πράξιν. Έπειτα, λαμβάνων και σφίγγων δυνατά τον δεξιόν βραχίονά της και σείων ζωηρώς την κινουμένην επί του καθίσματός της με έγκαυλον παραφοράν νεανίδα, την διέταξε να σηκωθή αμέσως και να τον ακολουθήση εις τα διαμερίσματά των, χωρίς να αντιληφθή ότι η καθημένη πλησίον του μικρά Αμερικανίς Αλεξάνδρα Μαίησον —φλεγομένη από μέγιστον ενδιαφέρον, άλλα υποκρινομένη ότι τίποτε δεν είδε— είχε ιδεί τα πάντα… Η νεαρά Σουηδή, φοβούμενη την οργήν του πατρός της, ηναγκάσθη να αποσύρη την κούκλαν από το αιδοίον της, και παρά την έκδηλον σφοδράν διέγερσίν της, συνεμορφώθη με τας επιταγάς του βαρώνου, διακόπτουσα την πρωτότυπον μαλακίαν που έκαμνε, χωρίς να φαίνεται ότι είχε την παραμικράν συναίσθησιν ότι αυτό που είχε διαπράξει ήτο κάτι το άσεμνον ή απηγορευμένον, ιδίως όταν εξετελείτο εις δημοσίους χώρους και ενώπιον πολλών θεατών. Λαμβάνουσα λοιπόν εκ νέου την κούκλαν της (ήτις έλαμπε τώρα από τα εκχειλίσματα του μουνιού της) εις την αγκάλην της, η νεαρά νυμφομανής ηγέρθη από την θέσιν της και ηκολούθησε τον πατέρα της, ασθμαίνουσα ακόμη από την έγκαυλον κατάστασίν της, καταφανώς παραπονεμένη και με έκφρασιν απορίας εις το πρόσωπόν της, που μία πράξις τόσον χαριτωμένη και τόσον ευχάριστος κατεδικάζετο, ενώ ο βαρώνος Χάσσελκβιστ, σύννους και καταστεναχωρημένος, σύρων αυτήν διά του βραχίονος, την ωδηγούσε απελπισμένη εις τα διαμερίσματά του..»

 

«Όλαι αι προετοιµασίαι είχαν τερµατισθεί και ο γίγας τών θαλασσών ανέµενε τήν ηµέραν τού απόπλου που επρόκειτο να λάβη χωράν εντός τού τελευταίου δεκαηµέρου τού Μαΐου τού 1867 εκ τού λιµένος τού Λίβερπουλ. Το µέγα υπερωκεάνειον σκάφος, τού οποίου η ναυπήγησις µόλις προ ολίγων εβδοµάδων είχε περατωθεί, και τού οποίου αι δοκιµαί έγιναν επιτυχώς προ δεκαπενθηµέρου, ήτο αγκυροβοληµένον εις ανοικτόν τι σηµείον τού λιµένος, διότι αι διαστάσεις του δεν επέτρεπαν τήν είσοδόν του εις τά ντόκς. Κανέν εκ τών εσωτέρων σηµείων τού λιµένος, ακόµη και τό πλέον ευρύχωρον, δεν ήτο δυνατόν να τό δεχθή, και ο θαλάσσιος κολοσσός ανέµενε τήν ώραν τής αναχωρήσεως δια τό παρθενικόν ταξίδιόν του µεγαλοπρεπώς αποµονωµένος από τά λοιπά συνήθη σκάφη, εν τώ µέσω τών οποίων εξεχώριζε, όσον αι κορδιλιέραι τών Άνδεων από τάς αλλάς οροσειράς τής οικουµένης. Ήδη η 21η Μαΐου είχε φθάσει και τήν εποµένην επρόκειτο να λάβη χωράν ο απόπλους. Τό υπερωκεάνειον είχε σηµαιοστολισθεί και αναρίθµητοι λέµβοι, άκατοι και φορτηγίδες µετέφεραν καθ’ όλην τήν διάρκειαν τής ηµέρας τά τελευταία εφόδια και τούς τελευταίους επισκέπτας, οίτινες, πλησιάζοντες είτε εκ τής τεραστίας καθέτου πρώρας, είτε εκ τής πελωρίας καµπύλης πρύµνης, απεθαύµαζαν τόν όγκον, τό ύψος και τό ατελεύτητον µµ ήκος τού ποντοπόρου Λεβιάθαν, και εδιάβαζαν κεχηνότες και µ ε άνω εστραένα τά βλέµµατά των, ωσάν να παρετήρουν κορυφήν εγγύς κειένου κατακόρυφου ορούς, τό επί τών χαλυβδίνων ελασµάτων αναγραφόµενον όνοµα τού πλοίου: « Μέγας Ανατολικός ».

Επρόκειτο αληθώς περί απιστεύτου κολοσσού. Τό εκτόπισµά του ήτο άνω τών 25. 000 τόννων. Τό µήκος του υπερέβαινε τούς 690 πόδας, τό πλάτος του τούς 80, τό βάθος του ήτο 58 ποδών, τό δε µέσον βύθισµά του έφθανε τούς 20 πόδας. Και τό µεγαλύτερον εκ τών υπαρχόντων άλλων ανά τήν υφήλιον υπερωκεανείων, θα εφαίνετο νάνος παραβαλλόµενον προς τόν θαλάσσιον αυτόν γίγαντα.

Καίτοι η ώρα ήτο προκεχωρηµένη και ο ήλιος δεν απείχε πολύ από τήν δύσιν, ωρισµένοι εργάται και ναύται εχειρίζοντο ακόµη τά βαρούλκα, ενώ άλλοι µετέφεραν επί τών ώµων των δέµατα παντοειδή εις τά καταστρώµατα και τά υποφράγµατα. Ένας νεαρός ανθυποπλοίαρχος µε βραχείαν καπνοσύριγγα εις τό στόµα, ακουµβών επί τής κουπαστής τής γέφυρας, εθώπευε τό ξανθόν υπογένειόν του, ενώ, από καιρού εις καιρόν, εξήρχοντο από τά χείλη του γαλανόφαιαι τολύπαι καπνού αρωµατώδους. Και ενώ ερρέµβαζε ο αξιωµατικός, τό βλέµµα του επλανάτο, οτέ µεν επί τών κλιτύων επί τών οποίων είναι εκτισµένη η µεγάλη πόλις τού Λίβερπουλ, οτέ δε επί τού ήρεµα διερχοµένου προ αυτής πόταµου Μέρσεϋ, ως και επί τών δεξαµενών τού περιφήµου λιµένος, εντός τών οποίων ευρίσκοντο πολλά και ποικίλα πλοία, εκ τών οποίων και τά µεγαλύτερα ακόµη, ήσαν τουλάχιστον δέκα φοράς µικρότερα από τόν « Μέγαν Ανατολικόν », τόν σχεδόν απίστευτον αυτόν τιτάνα..»

Επιμέλεια : Δάφνη Τσάρτσαρου

Διαβάστε επίσης

Close