Σαν τα τρελά πουλιά

Σαν τα τρελά πουλιά

Η Μαρία Ιορδανίδου ήταν εξαιρετική Ελληνίδα συγγραφέας, με πιο γνωστό της έργο, τη «Λωξάντρα». Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1897 και μεγάλωσε στον Πειραιά, φοιτώντας στο Αμερικάνικο Κολέγιο, ενώ το πατρωνυμικό της ήταν Κριεζή. Αργότερα, αναγκάστηκε να παραμείνει για πέντε χρόνια στο Βατούμ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, λόγω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Οκτωβριανής Επανάστασης. Λίγα χρόνια μετά την επιστροφή της, παντρεύεται στην Αλεξάνδρεια τον εκπαιδευτικό Ιορδάνη Ιορδανίδη. Το 1931 χώρισε από τον άντρα της, με τον οποίο είχε στο μεταξύ αποκτήσει δυο παιδιά. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής καταστράφηκε το σπίτι της και η ίδια διώχτηκε και κλείστηκε σε διάφορα στρατόπεδα. Σε ηλικία 65 ετών, γράφει το περίφημο έργο της «Λωξάντρα». Στην πορεία γράφει κι άλλα έργα, όπως «Διακοπές στον Καύκασο» (1965), όπου αναφέρεται στην περίοδο που ήταν αποκλεισμένη στο Βατούμ, ενώ στο «Σαν τα τρελά πουλιά» (1978) μιλά για τα χρόνια στην Αλεξάνδρεια και την Αθήνα κατά το Μεσοπόλεμο. Τελευταίο της έργο είναι «Η αυλή μας» (1981). Το 1987 το «Σαν τα τρελά πουλιά» έγινε τηλεοπτική σειρά με μεγάλη επιτυχία και πρωταγωνίστρια τη Θέμις Μπαζάκα, στο ρόλο της Άννας. Η Μαρία Ιορδανίδου πέθανε στις 6 Νοεμβρίου του 1989 και κηδεύτηκε στο Νεκροταφείο της Νέας Σμύρνης.

 

Απόσπασμα από το «Σαν τα τρελά πουλιά»:

Και τώρα τι κάνουμε;
  Τι θες να κάνουμε. Τύφλες.
   Κάθησε η Άννα πάνω σε μιαν από τις πλάκες που ήταν ριγμένες μπρος στα μαρμαράδικα της λεωφόρου Αλεξάνδρας, έβγαλε το μαντίλι της και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό της. Ουφ, ανάθεμα κι αν μπορείς να καταλάβεις σ’ αυτό τον τόπο ποια εποχή του χρόνου είναι και τι πρέπει να φορέσεις το πρωί όταν φεύγεις απ’ το σπίτι σου. Ουφ! Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε ν’ ανάψει τσιγάρο. Ο μαρμαράς τής έριξε ένα λοξό βλέμμα, αλλά δε μίλησε. Για ξένη θα την πήρε.
    Η Άννα όπου κι αν βρίσκουνταν, όλος ο κόσμος την έπαιρνε για ξένη. Οι Έλληνες την παίρνανε για Εγγλέζα, οι Εγγλέζοι για Ρώσοι, οι Ρώσοι για κύριος οίδε τί. Μια φορά, όλοι τη σέβουνταν, γιατί στους ξένους όλες οι εκκεντρικότητες συχωριούνται.
   Κοιτάζει η Άννα στο γύρο της, – ερημιά. Η λεωφόρος Αλεξάνδρας εκείνη την εποχή δεν είχε κίνηση. Δεν ήταν πολλά χρόνια που η περιοχή προς τα Τουρκοβούνια είχε αρχίσει να κτίζεται. Δεξιά ανεβαίνοντας ήταν εκείνα τα λίγα μαρμαράδικα. Αριστερά , ο λόφος ήταν σκεπασμένος από μικρά καινούργια σπιτάκια. Σ’ αυτή την περιοχή και δίπλα σ’ ένα ρέμα, είχαν νοικιάσει ένα σπιτάκι από τρία δωμάτια και κουζίνα.
    Μπάνιο δεν είχε. Για να πλυθείς περνούσες την αυλή για να πας στο πλυσταριό, που είχε δίπλα του το αποχωρητήριο. Υδραυλική εγκατάσταση το σπίτι δεν είχε. Το νερό το κουβαλούσες από το βαρέλι που βρίσκουνταν στην αυλή, και το βαρέλι αυτό γέμιζε τρεις φορές τη βδομάδα. Έπρεπε λοιπόν να έχεις το νου σου να μαζέψεις νερό πριν κοπεί. Εκτός από τη δυσκολία του νερού, το σπίτι δεν είχε και ηλεκτρική εγκατάσταση. Αγόρασαν λάμπες του πετρελαίου. Μαγείρευαν με ξυλοκάρβουνα. Αργότερα αγόρασαν γκαζιέρα Πρίμους.
    Η κυρία Κλειώ όφις ωρυόμενος. Και με το δίκιο της.
   – Αφήσαμε τον παράδεισο και ήρθαμε στην κόλαση. Κακό – χρόνο – νάχει ο αδικιωρισμένος ο κατσικοπόδαρος, που έβαλε το πόδι του στο σπίτι μας και μάς το ρήμαξε. Άδικη ώρα να τον έβρει.
   Ως και ο Ασλάν κατσούφιασε. έβαλε η κυρία Κλειώ ένα απαλό μαξιλάρι πάνω σε μια καρέκλα στην κόχη της κουζίνας , και την ονόμασε η καρέκλα του ζώου. Αν έχεις δέκα κεφάλια άντε κάτσε σ’ εκείνη την καρέκλα.
   – Στάσου! στάσου! φωνάζει η κυρία Κλειώ και τρέχει να σου φέρει άλλη καρέκλα. Εδώ να κάτσεις, Εκείνη είναι η καρέκλα του ζώου.
   Και ο Ασλάν πηδά επιδεικτικά πάνω στην καρέκλα του, κάθεται τουρλωμένος και σε αγριοκοιτάζει.
   Οι καβγάδες της κυρίας Κλειώς με το γαμπρό της ήταν ομηρικοί. Η κυρία Κλειώ διάβαζε Εστία , ο γαμπρός της Ριζοσπάστη.
   – Πάλι αυτό το κωλόφυλλο διαβάζεις;
   – Μμ, μελίρρυτο γλώσσα έχει ο κύριος καθηγητής μας. Και δε με λές, τι να διαβάσω; Ριζοσπάστη; Επιφυλλίδα δεν έχει. Αγγελίες δεν έχει. Κωλόφυλλο είναι ο Ριζοσπάστης , όχι η Εστία.
   – Τι είπες; Κοντεύει να φτάσει η μέρα που θα στηθεί η κρεμάλα στο Λυκαβηττό. Το βλέπεις αυτό το χέρι; Μ’ αυτό θα τραβήξω το σκοινί γύρω απ’ το λαιμό σου.
   – Πάρ’ τα μούτρα σου, κιουλάμπεη.
   Τα οικονομικά της οικογένειας ήτανε σε μαύρο  χάλι. Ενώ λίγα χρόνια πριν η αιγυπτιακή λίρα είχε εφτακόσιες δραχμές, τώρα έκανε μακροβούτι και έφτασε στις εκατόν σαράντα. Η Άννα με τον άντρα της χαλούσανε αιγυπτιακή λίρα για να ζήσουν. Εκείνος περίμενε από μέρα σε μέρα το διορισμό του. Η Άννα έτρεχε από τη μια άκρη της Αθήνας στην άλλη με το Μπέρλιτς κάτω απ΄τη μασχάλη, όπως τότε στη Στάβροπολ, και δίδασκε αγγλικά. Σχολές ξένων γλωσσών σχεδόν δεν υπήρχαν. Τα μαθήματα άφθονα, μα η Αθήνα μεγάλη και η συγκοινωνία χάλια. Από την Πλατεία Αγάμων όπου είναι το ένα μάθημα, στους Αμπελόκηπους όπου είναι το άλλο. Και από κει στην Πλάκα, και απ’ την Πλάκα στην κεντρική αγορά για ψώνια. Από την αγορά για να φτάσει στο τέρμα Ιπποκράτους, έπρεπε να πάρει το 11 από τη γωνία Πεσματζόγλου και Σταδίου. Αυτό το τραμ έρχουνταν τόσο γεμάτο, που για να μπεις μέσα έπρεπε να πάρεις τη ζωή σου από το μάτι σου. Το αποφασίζεις. Ορμάς, κρεμιέσαι με το ένα χέρι απ’ την πίσω πόρτα, στο άλλο χέρι η σακούλα με τα τρόφιμα. Κάνει να ξεκινήσει το τραμ, χτυπά ο κόσμος που είναι συγκεντρωμένος στο γύρο. Γκάπα – γκούπα χτυπά τα τζάμια του τραμ, χτυπά τα πλευρά του με μαγκούρες.
    – Σταμάτα ρε!
    Νταν – νταν – νταν το καμπανάκι, το τραμ προχωρεί.
    – Ρε σταμάτα!
    Γκάπα – γκούπα.
    – Ρε θα σκοτώσεις τη γυναίκα!
    Κι όταν φτάσεις στο σπίτι σου, τη ζωή σου πια δεν τη θέλεις.
    Απίθανη κατάσταση. Μα δεν της πέφτει λόγος. Της τάχε πει ο άντρας της αυτά πριν φύγουν απ’ την Αλεξάνδρεια.
   – Ήθελές τα κι έπαθές τα, της έλεγε η μάνα της.
   Τώρα πια, ό,τι έγινε, έγινε . Αναστέναξε. Ίσιωσε την πλάτη της, και ανοίγοντας τα μακριά κανιά της άρχισε με μεγάλα βήματα να ανεβαίνει τον ανήφορο της λεωφόρου Αλεξάνδρας.
   – Γεια σας, παιδιά! φώναξε στους μαρμαράδες καθώς ξεκίναγε.
   Οι μαρμαράδες έμειναν μ’ ανοιχτό το στόμα.
   – Καλέ ρωμιά είναι, είπε ο ένας  στον άλλο.
   – Ναι, ρε, ρωμιά είναι.

Διαβάστε επίσης

Close