Τέλλος Άγρας | 5 έργα από τον ποιητή του μεσοπολέμου

Τέλλος Άγρας | 5 έργα από τον ποιητή του μεσοπολέμου

Ο Ευάγγελος Ιωάννου -γνωστός με το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο, Τέλλος Άγρας- γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1899 στην Καλαμπάκα και ήταν μεταφραστής και λογοτέχνης της περιόδου του μεσοπολέμου, με κυριότερη ασχολία την ποίηση, αλλά και τα δοκίμια. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και Τουρισμού, ενώ το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου και παρέμεινε έως το θάνατό του. Το 1918 βραβεύτηκε στο Σεβαστοπούλειο Διαγωνισμό, ενώ κέρδισε και βραβείο στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Εσπερία» στο Λονδίνο. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου και την ίδια χρονιά μετέφρασε τις «Στροφές» του γαλλόφωνου Έλληνα ποιητή Ζαν Μορεάς. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά της εποχής, όπως «Νέα Ζωή», «Ελληνικά Γράμματα», «Νέα Εστία», κ.α. Το 1934 κυκλοφόρησαν «Τα βουκολικά και τα εγκώμια», η πρώτη ποιητική του συλλογή και το 1939 η δεύτερη με τίτλο «Καθημερινές», που τιμήθηκε το 1940 με το Α΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Πέθανε στις 12 Νοεμβρίου του 1944 στην Αθήνα, από σηψαιμία.

 

Πρώτη μέρα στὸ σχολειό

«Τόση βιάση καὶ σπουδή;
Γιὰ ποῦ πᾶς, καλὸ παιδί;
Κίνησες νωρὶς-νωρὶς
καὶ τρεχάτος προχωρεῖς;

Στάσου δὰ νὰ διασκεδάσεις
μὲ τὶς ὀμορφιὲς τῆς Πλάσης!
Κόψε ἀπ᾿ τὰ περβόλια πάλι
τοῦ χινόπωρου τὰ κάλλη!»

«Νὰ σταθῶ; Δὲν εὐκαιρῶ,
γιατὶ πάω στὸ φτερό.
Καὶ ποῦ πάω, νὰ στὸ πῶ;
Στὸ σχολειό μου π᾿ ἀγαπῶ!

Ἄνοιξε γιὰ πρώτη μέρα.
Βλέπεις τὰ παιδιὰ ἐκεῖ πέρα;
Ἔχουν μόνα τους ταιριάξει
χωριστὰ κάθε μιὰ τάξη».

«Εἶσαι, βλέπω, μαθητής.
Μὰ στὸν ὦμο τὶ κρατεῖς,
ποὺ μὲ τὴ ματιὰ τὴν πρώτη
σ᾿ ἔκαμα γιὰ στρατιώτη;»

«Εἶναι τ᾿ ἄρματά μου αὐτά,
τ᾿ ἀκριβά τ᾿ ἀγαπητά:
Τὸ κοντύλι μου κι ἡ πλάκα,
τὸ βιβλίο μου στὴ σάκα.

Κι ἔλα πιὰ νὰ σὲ χαρῶ,
μὲ ρωτᾶς κι ἀργοπορῶ…
Εἶναι ἡ ὥρα περασμένη,
ἄκου, ὁ κώδωνας σημαίνει.

 

 

Ἁμάξι στὴ βροχή

Ὧρα προσμένει μοναχὴ
ἡ ἅμαξα κάτω ἀπ᾿ τὴ βροχή,
καὶ δὲν τὴ μέλει,
κι εἶναι σὰ νὰ τὴν τυραννᾶ
πιότερη ἡ ξένη γειτονιὰ
ποὺ δὲν τὴ θέλει.

Τ᾿ ἀλογατάκια της, σιμά,
κάτω ἀπ᾿ τὸν ἴδιο μουσαμὰ
κάνουν καρτέρι,
στὸν τόπο αὐτόν, τὸν θλιβερό,
πρᾶμα δὲ μένει ἀπὸ καιρό,
νὰ τὄχουν ταίρι.

Γρίλιες δὲν εἶναι, μήτε αὐλὲς
περικοκλάδες βαθουλές,
δὲν ἔμειν᾿ ἕνα
ἀπ᾿ τὰ φανάρια στὴ σειρὰ
μὲ τὰ δυὸ μπρούτζινα φτερά,
τὰ σταυρωμένα.

Τ᾿ ἀνώφλια ἐπέσαν κι οἱ ἀγκωνιὲς
κι οἱ ἀνεμοπέραστες, στενές,
οἱ γαλαρίες
κι ἔφυγαν ἔντρομες, πολλὲς
κι οἱ θύμησες, σὰν τὶς καλές,
σεμνὲς κυρίες.

Ἄδεια βιτόρια καὶ φτωχή,
πάρε μου ἐμένα τὴν ψυχή,
πάρε με ἐμένα
γιὰ ταξιδιώτη σου, κι εὐθὺς
πᾶμε, ὅθε κίνησες νὰ ῾ρθεῖς:
στὰ Περασμένα.

 

Φεγγαράκι

Φεγγαράκι ἀληθινὸ
βγαίνει πίσω ἀπ᾿ τὸ βουνό.
Μιὰ φωνὴ τραγουδιστὴ
στὰ σοκάκια κελαηδεῖ,
κάποιο ἀγόρι περπατεῖ,
καὶ γλυκὰ τὸ τραγουδεῖ.
«Φεγγαράκι μου λαμπρό,
φέγγε μου νὰ περπατῶ.
Φεγγαράκι μου καλό,
χαϊδεμένο κι ἁπαλὸ
φέγγε μέσα στὴν αὐλή,
φέγγε στ᾿ ἄσπρα μας σκαλιά,
τοῦ τζαμιοῦ μας τὸ γυαλί,
στοῦ παπποῦ τ᾿ ἄσπρα μαλλιά,
φεγγαράκι μου λαμπρό,
χαρωπό, λυπητερό».
Φεγγαράκι ἀληθινό,
συργιανᾶ στὸν οὐρανό.
Τὸ τραγούδι τὸ γλυκὸ
σβήνει μὲς τὴ γειτονιά.
Τὸ παιδί, περαστικό,
θἄχει στρίψει ἀπ᾿ τὴ γωνιά.
Φεγγαράκι μου λαμπρό,
σ᾿ ἀγαπῶ σὰ θησαυρό.

 

 

Καθημερινές

Φτωχογειτονιές, ἔρημες γωνιές,
ἔρημες καρδιές, ψύχρες, παγωνιές,
πού, σὲ μουδιασμένη Κυριακή,
στέκει καὶ σᾶς κλαίει θλιμμένη μουσική!

Προσωπάκια ποὺ ἔφεξαν, δειλὰ
στόματα ποὺ ἡ πίκρα τὰ σφαλᾷ,
ποὺ δὲν ξέρουνε ποτὲς φιλὶ θερμὸ
ἄλλο ἀπὸ τὸν ὕστατο ἀσπασμό,

χέρια κέρινα, παρακαλεστικὰ
ζητιανεύοντας ἀνάξια ψυχικά,
καὶ κομμένα μάτια κι ἰσκιερά-
ὢ σκουντήματα ὡς θανάτου θλιβερά!

Θάνατο κι ἐσὺ ζωσμένο, μοναχό,
ἄμοιρο, ἀψηλὸ Τριαντάφυλλο φτωχό,
ποὺ ἀντὶς νά ῾φεγγες τὴ ρόδινη χαρά,
μοιάζει ν᾿ ἅγιασες ἀπὸ τὴ συμφορά,
γέρνει ἡ ὄψη σου, γέρνει καὶ προσκυνᾷ
τὰ Ἐπιτάφια τὰ καθημερινά…

Φτωχογειτονιές, ἔρημες γωνιές,
καμωμένες γιὰ τὶς μαῦρες παγωνιές,
καμωμένες γιὰ τὶς ἄταφες ψυχές,
καθημερινὲς ψυχὲς καὶ μοναχές,
γιὰ τὰ λείψανα καὶ γιὰ τὶς Κυριακὲς
τῆς ψυχῆς μου, ἐσεῖς πατρίδες μυστικές!

Τῆς ψυχῆς μου ποὺ εἶναι κρύα, καὶ μοιάζει σὰ
δίσκος μὲ σταυρὸ καὶ κόλλυβα χρυσὰ
καὶ στὴ μέση ἕν᾿ ἁγιοκέρι, ταπεινά,
στῆς Ἀγάπης τὰ μνημόσυνα ἀγρυπνᾷ.

 

Πᾶν

Σώπα! Ὧρες-ὧρες, δὲν ἀκοῦς, βαθιὰ ἀπ᾿ τὸ περβόλι;
Θρηνοῦν οἱ ἀγροτικοὶ θεοὶ τὴν πράσινή τους σκόλη,
γιὰ εἶν᾿ οἱ φλογέρες ποῦ γλυκὰ λαλοῦν ἡ μιὰ στὴν ἄλλη;

(Στὶς στέρνες εἶναι ἡ ὄψη σου, Χινόπωρο, καὶ πάλι!)

Ὡστόσο χτὲς -ἡ ξαστεριὰ δὲ μ᾿ εἶχε ξεπλανέσει-
τὸν εἶδα: δρόμο γύρευε στῶν ἀμπελιῶν τὴ μέση:
τὸ μαδημένο του ἔτρεμε στὴ ράχη τὸ τομάρι,
κι ἐστάθη· ἀπάνω χάραζε καλόβουλο φεγγάρι.

Ξάφνω, τ᾿ αὐτὶ ἔστησε μακριά, στὴν αὔρα ποὺ διαβαίνει,
μ᾿ ἀκοὴ καὶ μάτια μίαν ἠχὼ ζητώντας νεκρωμένη.
Ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ἡ νυχτιὰ στὴν παγωνιὰ μουδιάζει.

Κι εὐτὺς τὴ σύριγγά του ἁρπάει, στὰ χείλη του τὴ βάζει…

Παράτονος, μὰ γλυκερός, μῖσος πνιχτὸ στὰ γέλια,
ὁ ξωτικὸς σκοπὸς κακὸ φυσοῦσε ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλια,
γοερὸς σκοπός, καὶ σκόρπισεν ἄγνωρη ἀνατριχίλα…

Μὰ νὰ χορέψουν σήκωσε τὰ πεθαμένα φύλλα!

 

Επιμέλεια: Δάφνη Τσάρτσαρου

Διαβάστε επίσης

Close