"Το παγκάκι", μια συγκινητική ιστορία για τις χαμένες ευκαιρίες

«Το παγκάκι», μια συγκινητική ιστορία για τις χαμένες ευκαιρίες

Στη μικρή πλατεία είχε ένα παγκάκι πολυκαιρισμένο, ένας Θεός ξέρει ποιός το είχε φτιάξει και πότε. Οι νεαροί το περιφρονούσαν, προτιμούσαν τις βολικές πολυθρόνες από τις καφετερίες τριγύρω και οι παππούδες το απέφευγαν μην τυχόν και λερωθεί ή σκιστεί το πολύτιμο σκούρο παντελόνι.

Οι κυράδες πάλι δεν καθόντουσαν εκεί, δεν πάει σε μία νοικοκυρά να κάθεται στη μέση της πλατείας μπροστά στα μάτια τόσων αντρώνε και μάλιστα συμβούλευαν τις θυγατέρες τους το ίδιο.

¨Ετσι το παγκάκι έμενε μονάχο και σιωπηλό, στα αζήτητα σαν παλιόφιλος που δεν τον έχουμε πια ανάγκη.Πέτρωσε από τη στεναχώρια του και σιγά σιγά δεν ένιωθε τίποτα. Μόνο κάποια βράδια, τότε κατά τον Ιούνη, που ο ουρανός φοράει σαν μανικετόκουμπα όλα τα αστέρια του και τα αηδόνια βασανίζουν με το κελάηδημά τους όλους τους ερωτευμένους, ξαγρυπνούσε και ένιωθε μια θλίψη σα να φορά μάλλινο μαύρο πουκάμισο ντάλα μεσημέρι. Αργοκατάπινε έναν πυρωμένο κομμάτι κούτσουρό και καιγόταν από τον ουρανίσκο μέχρι τις πατούσες του.

Στην πλατεία είχε και ένα περίπτερο παλιό σαν την περισπωμένη, δεν το πολυχώνευε το παγκάκι, του κοβε λέει το μονοπάτι και τη μόστρα. Όχι ότι αυτό ήταν σε καλύτερη μοίρα, μαραζωμένο σαν μάνα που ο γιος της δε λέει να παντρευτεί,να χει κι αυτή βρε παιδάκι μου μια νύφη να μαλώνουν στα γεράματα, όσο από εμπόρευμα δέκα κούτες τσιγάρα όλα όλα και κείνα αγκαζέ τα μισά από τον περιπτερά.που να δει χαίρι;

Κάποιο ξημέρωμα,μουσκεμένα και τα δυο από τη μυρωδιά του νυχτολούλουδου, πιάσαν απρόθυμα μια κουβέντα για τα παλιά καλά χρόνια που στη πλατεία γινόνταν πανηγύρια, έρχονταν τα βιολιά και τα νταούλια και ο Μπαρμπα Γιαννακός με τη γκάιντα. Σηκώνονταν οι κιπάρηδες με το λουλούδι στ αυτί και παραγγέλνανε τα τραγούδια τους, πετούσαν τη χαρτούρα στα πόδια των μουσικών και ξεκινούσαν το χορό με βήματα βαριά και βλέμμα βαρύτερο. Οι κοπελιές διαλέγαν ποιος θέλουν να τις αγαπήσει, μάζευαν ένα ματσάκι αναστεναγμούς να χουν το βράδυ να ξεφυσάνε να μην είναι μονάχες και οι άγουροι κλέβαν βήματα από τους λεβέντες να χορέψουν κι αυτοί αύριο μεθαύριο.

Το περίπτερο τότε ήταν γεμάτο, παγωτά , σοκολάτες και καραμέλες γεμιστές, χειροποίητες, από τη Κομοτηνή χαλβαδόπιτες, λεμονάδες του πάγου και ένα μεγάλο τσουβάλι κολοκυθόσπορο αλατισμένο, μαγαζί κανονικό όχι κατσιρμάς. Αμ το παγκάκι, να μαζεύανε το μακρύ μπατζάκι οι λεβέντες να δέσουν τα κορδόνια από τα ολοκαίνουρια παπούτσια τους και έκαναν αδερφέ μου ίσαμε ενάμιση αμανέ ο καθένας να τα δέσουν, μην τυχόν και κοιτά αλλού κείνη την ώρα η μελαχροινή και δεν τα προσέξει, να ερχόταν ο καραγκιοζοπαίχτης με το μπερντέ και απίθωνε πάνω του κοντάρια, φιγούρες, μεγάφωνα και ένα σωρό άλλα πράγματα χρειαζούμενα για την παράσταση, μεγαλεία κανονικά δηλαδή.

Το μοβόρο περίπτερο συγκινήθηκε μέχρι που σκέφτηκε να κεράσει στο παγκάκι καραμέλα μέντα από τις πράσινες τις μεγάλες μα δε βαριέσαι είπε από μέσα του θα του χαλάσει τα δόντια και θα φάει τα λεφτά του στον οδοντίατρο.

Το παγκάκι πάλι θυμόταν μια κοπελίτσα όμορφη, λεπτή τόσο που νόμιζες πως θα δεις μες την καρδούλα της, με κάτι υπέροχα καστανά μάτια σα λαφίσια και μια ελιά στο αριστερό μάγουλο χαμηλά ,όλο υπόσχεση. Ερχόταν συχνά τα απογεύματα τα και καθόταν στο παγκάκι να ξαποστάσει και να τη δούνε οι πιτσιρίκοι, φορούσε ένα πουκαμισάκι από χιόνι και μια φουστίτσα καμωμένη από κερήθρα, άπλωνε τα ποδαράκια της πάνω στο γκρίζο χαλίκι της πλατείας και σήκωνε τον κυκνίσιο λαιμό της να ρουφήξει δυο σταγόνες απόβραδο, μετά μ ένα χαμόγελο πορτοκαλοκόκκινο τραβούσε προς την ανηφόρα που πάει στο εκκλησάκι καπου κει θα χε ο πατέρας της το κονάκι του.

Το παγκάκι την αγαπούσε κρυφά μα που να της πει, δεν ήταν αυτό για μπλεξίματα, έπειτα θα ταιριάζαν; Αυτή ήταν αεικίνητη κι αυτό καλά καρφωμένο στην πλατεία, πως θα έκαναν χωριό, νέα κοπέλα αυτή δεν θα ήθελε και μια βόλτα μια εκδρομή Κυριακή στη Καβάλα στη θάλασσα; Ένα Σαββατόβραδο σε ταβερνάκι με φρέσκο γιοματάρι;

Απαπα δεν ήταν αυτό για τέτοια, να ερχόταν αμέ όποτε ήθελε να ξαπόσταζε μια στάλα και μετά δρόμο, δεν ταιριάζουμε αδερφέ μου, λίγο να βλεπόμαστε να χαμογελάμε και μετά να φεύγει.
Κάποτε το κορίτσι σταμάτησε να ρχεται,ένας καπνέμπορας είπαν μεγάλη τύχη, ήταν λίγο μεγάλος βέβαια αλλά τι πα να πει αυτό, γιαβουκλίκια θα κοιτάμε, εδώ μιλάμε για παράδες και κελάρια γεμάτα μέχρι και ψυγείο είχε σου λέει σπίτι του.

Το παγκάκι την είδε άλλη μια φορά, στο ζαχαροπλαστείο της κυρά Τζιβώς απέναντι, καθόταν μ έναν κύριο και τρώγαν πάστα βουτύρου, πήρε μια βαθιά ανάσα να πιάσει λίγο απ τη μυρωδιά της μα κείνος ο αναθεματισμένος ο νοτιάς του τη χάλασε τη δουλειά.

Από τότε δεν την ξαναείδε, μόνο καμιά φορά τον Αύγουστο κοιτούσε το φεγγάρι και σαν κάτι να του θύμιζε, σιγά σιγά ξεράθηκε, παραιτήθηκε και σταμάτησε να κοιτάζει το ζαχαροπλαστείο.
Τον περασμένο Σεπτέμβρη λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία, ακούστηκε ένα δυνατό κρακ κοντά στα μεσάνυχτα, το κακόμοιρο το παγκάκι είχε κοπεί στη μέση, σαν καρδιά γεροντοπαλίκαρου που μαθαίνει πως παντρεύεται η παιδική του αγάπη…

Παναγιώτης Τοπαλίδης

Διαβάστε επίσης

Close