Πάντα φοβόμουν τις εξομολογήσεις μαζί σου. Δεν έφταιγαν οι λέξεις. Τα συναισθήματα ήταν εκείνα που έκαιγαν τα χείλη.
Κάθε φορά που ήθελα να σου πω μιαν αλήθεια δάγκωνα τις μικροσκοπικές φλούδες ξερού δέρματος ώσπου οι σάρκες μου μάτωναν. Κι όταν το αίμα πότιζε τις δυο καμπύλες του στόματος μου, κατάπινα το σάλιο με τη γεύση του αχόρταγα, μήπως τυχόν τα σ’ αγαπώ μου γλιστρήσουν μέσα στις κόκκινες λιμνούλες.
Δεν ήθελα να τα δω να πνίγονται στις πληγές μου πριν προλάβω να σου τα προφέρω. Έγλειφα τα διψασμένα μου χείλη και περίμενα να ‘ρθεις, φορώντας κατάσαρκα την αλήθεια σου, να τη δωρίσεις σαν πρόσφορο σ’ ένα άβατο του ναού μου, φανερό μόνο σε σένα.
Όμως εσύ, μόλις ένιωθες πως πλησιάζω, έβγαζες τον μανδύα της αλήθειας σου, τον δίπλωνες προσεκτικά και τον άφηνες δίπλα σου, μακριά μου. Ερχόσουν στο κρεβάτι μας γυμνός από συναίσθημα. Ήταν κι αυτό μιαν αλήθεια, θα μου πεις. Μια συνάντηση που η λαγνεία βάφτιζε στην κολυμπήθρα της έρωτα.
Ωστόσο, ο έρωτας ξέρει. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη προδοσία από αυτή του κορμιού που δεν βιώνει βαθιά όσα γεύεται στην επιφάνεια.
Μια φορά, σ’ ένα από τα χειμωνιάτικα σύντομα ταξίδια μας στη μέση μιας διαδρομής που η επιστροφή δεν ήταν ποτέ για δυο, περπατούσαμε δίπλα στη θάλασσα. Άπλωσες το χέρι σου και κράτησες το δικό μου. Χαμογέλασα και σου είπα πως κρύωνα. Έκανα να χωθώ –ίσως και να χαθώ– στην αγκαλιά σου, για όσο κρατούσε η στιγμή. Πίστεψα πως εκείνη τη μοναδική φορά ήρθαμε στ’ αλήθεια κοντά, πως ίσως ήσουν έτοιμος να μοιραστείς μαζί μου τον μανδύα σου.
«Πάμε να φύγουμε», προτίμησες να πεις, ρίχνοντας κλεφτές ματιές σε όσα λίγο πιο πίσω κρατούσες προστατευμένα. Εγώ κρύωνα. Εσύ ένιωθες ασφαλής. Έφυγες με την καρδιά σου στη θέση της ενώ η δική μου κάλπαζε, με τα γιατί φορεμένα σαν γκέμια, να τη χτυπούν σε κάθε χιλιόμετρο που έπρεπε να διανύσει προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Έφυγες, δίνοντας υποσχέσεις ότι θα ξανάρθεις. Αυτό έκανες πάντα. Έδινες ό,τι δεν κόστιζε. Λέξεις κενές από φροντίδα, άδειες από συναίσθημα. Κι ο καιρός περνούσε. Κι εσύ δεν ερχόσουν. Μόνο κάποιες φορές εμφανιζόσουν όπως το Θηρίο: παλιά γραμμή, πολλοί ελιγμοί, καμιά σταθερή πορεία. Άλλαζες διαδρομές πριν καν σε προλάβει η ανάγκη.
«Θέλω το βόλι μου», είχες πει τη μέρα που σου ζήτησα να ’ρθεις κοντά μου. Ξένη λέξη. Το βόλι. Για ποιο λόγο αξίζει άραγε να ξεβολευτείς, αν όχι για έναν έρωτα; Πώς ζεις χωρίς να τον έχεις βιώσει;
Θυμάμαι λυπήθηκα τότε. Άκουσα την αλήθεια που φοβόμουν να δω, πως ο έρωτας που είχε επιλέξει η καρδιά μου ήταν βολεμένος, δειλός. Ίσως εσύ ένιωθες δυνατός, κάποιος που μπορεί χωρίς την εξάρτηση που προκαλεί ο μικρός ξυπόλυτος θεός με τα μεγάλα βέλη.
Όμως εγώ, που είχα μέσα μου ζήσει όσα μπορούσαμε να είμαστε, ένιωσα το στομάχι μου να ανακατεύεται. Ξέρασα τα συναισθήματα στη μέση του δρόμου και κάθισα σε ένα παγκάκι δίπλα τους. Οι περαστικοί τρόμαζαν με την όψη τους, τόσο άσχημη όσο ένας έρωτας που τον αρρώστησαν υποσχέσεις πνιγμένες στα κύματα της αναβλητικότητας.
«Είσαι μια από τις γυναίκες της ζωή μου», είχες πει ένα πρωινό καθώς τα χνώτα σου χάιδευαν το πρόσωπό μου. Μου ζήτησες να σου κάνω έρωτα, μα να μη σε ρωτήσω ποιες ήταν οι άλλες. «Δεν θυμόσουν», βιάστηκες να συμπληρώσεις.
Ποιος δε θυμάται τους μεγάλους έρωτές του, αυτό μπορείς έστω τώρα να μου πεις; Πώς είναι δυνατόν να μη γνωρίζει η καρδιά με ποιο σώμα κάθε σπασμός έμοιαζε με πόνο τόσο αβάσταχτα όμορφο που ένιωσε κάποτε πως θέλει να κλάψει από φόβο για την τόση ευτυχία;
Τις λίγες στιγμές που ζήσαμε μαζί δεν υπήρξα ευτυχισμένη. Υπήρξα προδομένη από την ίδια μου την επιθυμία. Κάποιες φορές, –εκείνες που τολμώ να με συγχωρήσω, μαζί κι εσένα– σκέφτομαι πως ίσως δεν μπορούσες να μου δώσεις όσα καμωνόσουν ότι ήθελες. Δεν σε λυπάμαι γι’ αυτό.
Είχες όλες τις ευκαιρίες να κερδίσεις την παρτίδα του έρωτα. Όμως εσύ απλώς την ανέβαλες. Ανέβαλες κάθε ραντεβού σου μαζί μου. Είναι πάντα δύσκολο να δίνεις. Ο έρωτας ζητά. Ζητά κι άλλο.
«Θέλω κι άλλο», μου είπες ένα βράδυ. Σου ζήτησα να διευκρινίσεις το «άλλο». Σήκωσες τους ώμους. Δεν ήξερες. Εγώ, αντίθετα, ήξερα ότι πια δεν ήθελα τίποτε άλλο από σένα. Όλα αυτά μέσα σου τα γνώριζες πάντα, είναι βέβαιο. Όμως δεν ήταν σημαντικά για σένα. Σ’ ένοιαζε μόνο η ασφάλεια σου, η επιβεβαίωση σου.
Συνεχίζεις να θρέφεσαι από την πρόσκαιρη απόλαυση να νιώθεις βασιλιάς, ακόμη κι αν το στέμμα μένει στη θέση του μόνο για όσο αντέχουν τα τείχη της γοητείας σου –αυτά που, μόλις η αλήθεια τα γκρεμίσει, ο έρωτας τρέχει μακριά σου.
Κι αν επιστρέφω για μια τελευταία φορά μέσα απ’ αυτές τις λέξεις, δεν είναι για να σου τις εξομολογηθώ. Τα σ’ αγαπώ έπαψαν να καίνε. Μέσα μου αργοσβήνουν μόνο τα ερωτήματα.
Γιατί διάλεξε η καρδιά έναν έρωτα που δεν άξιζε τον χρόνο και τον κόπο;
Κρατώ αυτό το γράμμα για να το διαβάζω κάθε φορά που τα γιατί μου γαβγίζουν σε όποια καρδιά ζητά να μπει στο σπιτικό του έρωτά μου. Κι αν νομίζεις πως έχεις όλες τις απαντήσεις, τότε έζησες μια ζωή που φοβήθηκες τις ερωτήσεις.
Κι εμένα η καρδιά μου ακόμη τολμά. Με ρωτά, ξανά και ξανά, κάθε φορά:
είσαι έτοιμη; Και τα γιατί σωπαίνουν. Κι εγώ ανοίγω.
Δόξα τω Θεώ του Έρωτα. Αμήν.
*Τα βιβλία της Ιωάννας Γκανέτσα από τις εκδόσεις BELL μπορείτε να τα βρείτε εδώ.
Εμείς το διαβάσαμε εδώ.
Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Κάπλα