Κυριακές... από τη Βασιλική Τσώνου

Κυριακές… από τη Βασιλική Τσώνου

‘’Στιγμές της μέρας, όταν πέφτει στον τοίχο του δωματίου μου η πρώτη ακτίνα του ήλιου, έχει μια εκκωφαντική ησυχία. Είναι τα δευτερόλεπτα που διαμεσολαβούν, μέχρι ο εγκέφαλος να αντιληφθεί, ότι ήρθε η ώρα να σηκωθείς και να πας να φτιάξεις καφέ. Υπάρχει κάτι απίστευτα ενοχλητικά όμορφο, όταν αρχίζει να μυρίζει η κουζίνα σου καφέ φίλτρου. Μέχρι να διαλέξεις την κούπα σου, έχει ήδη ξημερώσει, εσύ όμως θα ήθελες να έχεις κοιμηθεί παραπάνω και ακουμπάς το κεφάλι σου στο ντουλάπι πάνω από τον πάγκο, σερβίροντας καφέ στον εαυτό σου’’.

Τέτοιες εικόνες, όπως η παραπάνω, συνήθως με παραπέμπουν σε μία Δευτέρα, την οποία για κάποιο λόγο, όλοι απεχθάνονται. Τη Δευτέρα πρέπει να πας στη δουλειά, να απαντήσεις στα μέιλ σου, να μαζέψεις τα απλωμένα, στεγνά πλέον ρούχα, από την απλώστρα και να αναστενάξεις με μία οριακά ηδονική εσάνς, μόλις φτάσει η ώρα του ύπνου, αδιανόητα ανακουφισμένος που έμειναν λίγες μέρες μέχρι την Παρασκευή.

Εγώ, πάντα λάτρευα τις Δευτέρες, δεν είχα κατανοήσει, αλλά ούτε είχα καθίσει να αναλύσω μέσα μου ιδιαίτερα το γιατί. Είναι η αρχή της εβδομάδας, το ξεκίνημά της. Οι περισσότεροι άνθρωποι που γνωρίζω, ακόμα και αυτοί που αγαπώ πολύ, ανυπομονούν να έρθει το Σάββατο και μπορούν να ανεχτούν την σκέψη της Κυριακής, αν και τους πέφτει βαριά, γιατί τελειώνει η βδομάδα και αρχίζει, με μια Δευτέρα, η επόμενη.

Από μικρό παιδί μέχρι και σήμερα, απεχθάνομαι τις Κυριακές και αντιπαθώ βαθιά τα Σάββατα. Το τέλος της εβδομάδας. Εκείνες τις μέρες η ησυχία έχει άλλον ήχο στα αυτιά μου. Είναι ένας ήχος που υποδηλώνει μια σοβαρότητα, την οποία δεν μπορώ να χωνέψω και μου προκαλεί νοητική αναμπουμπούλα.

Αν τώρα, προσπαθήσω να περιεργαστώ και να ψαχουλέψω ένα νόημα, πίσω από την εδραιωμένη ταλαιπωρία του ψυχισμού μου στη σκέψη των Κυριακών, θα τολμούσα να αναρωτηθώ ‘’ποιος άνθρωπος δεν φοβάται το τέλος;’’. Το όποιο τέλος. Βγάζει ενδεχομένως περισσότερο νόημα, όταν μεταφράσεις τις Κυριακών σε τελικά σημεία και τις παντρέψεις με αυτά. Και είναι περίεργο αν σκεφτεί κανείς, ότι το τέλος και η αρχή κινούνται σε παράλληλους παράδρομους. Δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο και είναι υποχρεωμένα να αλληλοδιαδέχονται, όσος συνωστισμός και να επικρατεί. Δεν μπορεί το τέλος να αποφύγει την αρχή, ούτε η αρχή το τέλος.

Θυμίζει το θεώρημα της αιώνιας επανάληψης του Νίτσε, κατά κάποιον τρόπο, η σχέση που έχουν μεταξύ τους οι δυο αυτές έννοιες. Όχι ιδιαίτερα στην ουσία, αλλά στην φύση της καταναγκαστικής αυτής λούπας, όπου μετά την Κυριακή έρχεται πάντα η Δευτέρα, που κάθε χρόνος φτάνει σε ένα τέλος  και ‘’καταναγκαστικά’’ υποδέχεται τον επόμενο, έχοντας μόνο 365 μέρες διαθέσιμες, για να αναπνεύσει.

Δε ξέρω γιατί μιλάω για αυτές τις έννοιες, σα να είναι ανθρώπινοι οργανισμοί, αλλά μπορεί να το κάνω, επειδή οι άνθρωποι λειτουργούμε κάπως έτσι. Κάθε μέρα ξυπνάμε και κάθε βράδυ κοιμόμαστε, κινούμενοι παράλληλα στην ίδια τροχιά με το χρόνο και την θρασύτατη επιβλητικότητά του. Κάθε μέρα γεννιόμαστε και κάθε βράδυ πεθαίνουμε. Αυτό ακούγεται μακάβριο, αλλά είναι μόνο ένας τρόπος να αντιληφθεί κανείς την εξέλιξη. Η αλλαγή παρατηρείται σε βάθος χρόνου αλλά συντελείται καθημερινά.

Κοιμάσαι μια Δευτέρα, ξυπνάς μια Κυριακή -οι μέρες μπορεί να επιλέχθηκαν τυχαία, μπορεί και όχι-, και είσαι ένας άλλος άνθρωπος. Πιο. Πιο σε κάτι. Ή λιγότερο. Καμιά φορά μετράς και σου λείπει κάτι. Αλλά είσαι διαφορετικός και κινείσαι βάσει των αρχών της καταναγκαστικής πραγματικότητας, στην οποία είσαι καταδικασμένος, αν θέλεις να επιβιώσεις, να συμφιλιωθείς με την ιδέα πως είμαστε κάθε μέρα, πρώτα εμείς οι ίδιοι, μία αρχή και ταυτόχρονα ένα τέλος.

Αναπνέουμε για τα Σαββατοκύριακα και μας πιάνει δύσπνοια στον ερχομό της Δευτέρας. Δεν είναι απαραίτητο να μιλάμε για τις ημέρες της εβδομάδας. Τρέχουμε να προλάβουμε τόσες πολλές Κυριακές (όχι εγώ, αλλά ξέρω πολλούς) και μανιωδώς αρνούμαστε να υποδεχθούμε Δευτέρες (πάλι όχι εγώ). Αν θέλει μπορεί κανείς να προβληματιστεί, αν αντιληφθεί την παραφροσύνη αυτής της λογικής, που μισούμε τις αρχές και ανυπομονούμε για το τέλος. Πάντα περιμένουμε να έρθει κάτι και δεν είμαστε ποτέ, με τα δυο μας πόδια εκεί που βρισκόμαστε.

Καθώς λοιπόν, μου βγάζει νόημα να μοιάζουμε με τις μέρες της βδομάδας, με τους μήνες του χρόνου, με τις ώρες της μέρας και όλες τις λοιπές χρονικές μονάδες μέτρησης, θα αναρωτηθώ το εξής: Μήπως με τον ίδιο τρόπο μανιωδώς τρέχουμε να ξεφύγουμε από κάτι, εμείς;

Υπάρχει κάτι που μας κάνει τόσο ανυπόμονους να έρθει μια στιγμή και να εξαφανιστεί μια άλλη; Εμείς οι ίδιοι, που αλλάζουμε κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου, πώς είναι δυνατό να μην αντιλαμβανόμαστε, πως είμαστε ένα με το χρόνο και ότι όσο και να προσπαθήσουμε να τον ξεπεράσουμε, θα μείνουμε χιλιόμετρα απογοητευμένοι πίσω; Αλλάζουμε όπως η μέρα με τη νύχτα και κάνουμε διακρίσεις στις μέρες της βδομάδας, λες και έχουμε επιλογή να σπάσουμε τον αέναο δεσμό τέλους και αρχής.

Την ερχόμενη Κυριακή, θα διαβάσω αυτό που έγραψα και θα προσπαθήσω να συμφιλιωθώ με το τέλος της βδομάδας και ενδεχομένως να αναλογιστώ, αν άλλαξα καθόλου μέχρι τότε. Αλλά προς αποφυγήν ματαίωσης, θα δοκιμάσω να αναρωτιέμαι κάθε Κυριακή αν είμαι καθόλου διαφορετική και μπορεί μια μέρα να αρχίσω να συμπαθώ το τέλος και να του συμπεριφέρομαι σαν την αρχή, που παράλληλα, είναι.

Υ.Γ.: Πώς κατέληξα ένα βράδυ Τρίτης, να μιλάω για τις Κυριακές μου, αυτό είναι ένα ερώτημα του οποίου την απάντηση δεν έχω τώρα.

 

Γράφει η Τσώνου Βασιλική, Ψυχολόγος

Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Κάπλα

Διαβάστε επίσης

Close