Πριν μερικά χρόνια έχασα την αγαπημένη μου γιαγιά, τη Λεμονιά, τη ‘’Λεμονίτσα’’ μου. Κράτησα τη ζακέτα της και την έχω μέχρι και σήμερα.
Όταν έκανα ψυχοθεραπεία, εκείνο το διάστημα, μετά την απώλεια της γιαγιάκας, είπα στον τότε θεραπευτή μου, ότι τουλάχιστον έχω τη ζακέτα της, που μυρίζει σαν εκείνη και κάπως θα την έχω κοντά μου, με αυτόν τον τρόπο. Μιλήσαμε αρκετά εκείνη τη μέρα για το θάνατο και μου έμεινε μία φράση μόνο από εκείνη τη συνεδρία: ‘’Ο θάνατος, είναι μια άδεια ζακέτα’’. Ναι, ήταν μια άδεια ζακέτα, την οποία κράτησα. Θα έλεγε κανείς ότι κράτησα το θάνατο μαζί μου. Μεγαλώνοντας, μπορώ να εμπλουτίσω τη φράση αυτή, γιατί ο θάνατος έχει εμφανιστεί με πολλούς τρόπους μέχρι τώρα στη ζωή μου.
Ας αρχίσω να απαριθμώ, λοιπόν, τι έχει υπάρξει ο θάνατος για εμένα, (καθώς πλησιάζουν Χριστούγεννα) η πιο επίπονη ‘’γιορτή’’ του χρόνου, στη δική μου πραγματικότητα. Πριν ξεκινήσω, θα αναφέρω, ότι δεν μισώ τα Χριστούγεννα για έναν μόνο συγκεκριμένο λόγο, ούτε έχω απλώς την ‘’μελαγχολία’’ αυτής της εποχής. Τα μισώ ουσιαστικά, ειλικρινά και εγκάρδια.
Ένας από τους λόγους που θα μοιραστώ αυτό το κείμενο, όσο μακάβριο και αν φανεί σε πολλούς, είναι επειδή ξέρω, ότι πολλοί άνθρωποι για τους δικούς τους λόγους, πονάνε είτε αυτά τα Χριστούγεννα, είτε κάθε Χριστούγεννα. Ανήκω στη δεύτερη κατηγορία. Κατανοώ και πλέον αντιλαμβάνομαι, ότι όλες οι διακοπές που έχουν προγραμματισθεί από τους ανθρώπους, αποτελούν μία ευκαιρία για ξεκούραση από τη δουλειά για κάποιους, μια δυνατότητα να βρεθούν με αγαπημένα πρόσωπα και να γιορτάσουν αυτή την επανένωση κ.τ.λ..
Ωστόσο, δεν παύει να μου φαίνεται ακραία υποκριτικό το γεγονός ότι πρέπει να πάρεις δώρα σε κάποιον, επειδή είναι Χριστούγεννα. Μου φαίνεται απίστευτα ηλίθιο να ξοδέψεις έναν ολόκληρο μισθό σε πράγματα, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Δε με αφορά το πώς θα ληφθεί από μεριάς του αναγνώστη, ό,τι καταθέτω σήμερα. Το κείμενο γράφεται προς δική μου ανακούφιση και κατά δεύτερον, ευελπιστώ, προς ανακούφιση και άλλων.
Δε θυμάμαι κανέναν χρόνο, τι έκανα τα Χριστούγεννα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά όμως, ότι κάθε χρόνο μόλις έφταναν τα μέσα του Δεκέμβρη, έψαχνα τρόπους και άνοιγα ταξιδιωτικές εφαρμογές και έσπαγα το κεφάλι μου, να βρω μια λύση να εξαφανιστώ και να περάσει αυτό το διάστημα. Να κρυφτώ σε ένα δωμάτιο με κρασί, τηλεόραση, θέρμανση και κλειστό κινητό. Μέχρι η ‘’αρρώστια’’ του αχρείαστου καταναλωτισμού να περάσει και οι άνθρωποι να επιστρέψουν στις εργοστασιακές τους ρυθμίσεις.
Χωρίς να χρειάζεται να βλέπω τις ηλίθιες χαρούμενες φάτσες στην Τσιμισκή, χωρίς να ακούω τα ίδια τραγούδια να παίζουν σε κάθε στενό της πόλης, χωρίς να θαμπώνομαι από τα εκατοντάδες φωτάκια και χωρίς να χρειάζεται να βλέπω πόσες οικογένειες και ζευγάρια υπάρχουν γύρω μου, για να μη νιώθω τόσο άσχημα που εγώ θα γυρνούσα σε ένα άδειο και ‘’κρύο’’ σπίτι.
Δε θα αναλύσω τις συνεδρίες μου, ούτε και τους λόγους για τους οποίους δεν αντέχει το είναι μου αυτή την γιορτή. Έχοντας φτάσει σε αυτή την ηλικία και έχοντας σκεφτεί άπειρες ώρες μέσα, στον όχι και τόσο ηλιόλουστο και ευδιάθετο πάντα, εγκέφαλό μου, γνωρίζω γιατί δεν αντέχω τα Χριστούγεννα. Δεν θα μιλήσω γι’ αυτό σήμερα.
Ξέρω, ότι άνθρωποι είτε γνωστοί μου είτε όχι, πονάνε στις διακοπές των Χριστουγέννων. Υπάρχει μια υπέρ-προβολή και ένα κλίμα υποχρεωτικής ευτυχίας που αιωρείται 24/7 στον αέρα, λες και όλοι ξαφνικά έχουν καταπιεί ένα χάπι που σε κάνει αυτόματα χαρούμενο.
Ενώ εσύ, μπορεί να παλεύεις με την κατάθλιψη, μπορεί να προσπαθείς να χωνέψεις το χαμό ενός αγαπημένου σου ατόμου, μπορεί να μην έχεις λεφτά να πάρεις ούτε τσιγάρα, μπορεί να δουλεύεις και να μην έχεις ούτε μισή μέρα ρεπό να δεις τους ανθρώπους σου. Χίλιοι λόγοι, υπάρχουν που βαραίνουν τους ανθρώπους, γενικότερα, αλλά γιγαντώνεται ο πόνος αυτήν την τόσο γιορτινή περίοδο, γιατί αν δεν είσαι χαρούμενος απλά επειδή και μόνο είναι Χριστούγεννα, ‘’κάτι πάει λάθος με σένα’’.
Λες και είναι άγραφος νόμος, να πρέπει να συμπεριφέρεσαι, σαν ένα ον που τροφοδοτείται από μία αστείρευτη πηγή έκστασης. ‘’Επειδή είναι Χριστούγεννα’’. Αρνούμαι να συμμετάσχω σε αυτή την παρανοϊκή παρωδία της υποτιθέμενης κενής ‘’ευτυχίας’’. Μπορεί να μη μεγάλωσα σε ένα σπίτι που τα Χριστούγεννα ήταν ευχάριστα, δεν έχω τις κλασικές ‘’νορμάλ’’ παιδικές χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις.
Ωστόσο, στην ενήλικη ζωή μου, έχω καθίσει και σε τραπέζια που φαινομενικά, θα χαρακτήριζες, ‘’μια τυπική δεμένη, χαρούμενη, πρότυπο-οικογένεια’’, στολισμένη, με πολλά νόστιμα φαγητά, με δώρα κάτω από το δέντρο. Αλλά, ω, μα τι έκπληξη, δεν είναι καμία οικογένεια, ακόμα κι αυτές που φαίνονται, ‘’τέλειες’’. Αυτό, με βοήθησε να διαμορφώσω τις δικές μου πεποιθήσεις και να απομυθοποιήσω τα Χριστούγεννα.
Οπότε, θα αναρωτιόταν κανείς, ότι εφόσον δεν είναι τόσο τρελό ζήτημα για μένα, αφού το έχω επεξεργαστεί, γιατί συνεχίζω να γεμίζω προτάσεις, αναφερόμενη στα Χριστούγεννα;
Εγώ η ίδια το αναρωτήθηκα πάντως και καθώς έχω στο μυαλό μου αρκετά μπερδεμένα κουβάρια, θα ξετυλίξω ένα τώρα. Ξεκίνησα να γράφω, μιλώντας για το θάνατο. Ένα όχι ευχάριστο θέμα συζήτησης, για τους περισσότερους από εμάς, εικάζω. Ωστόσο, η αίσθηση που μου φέρνουν τα Χριστούγεννα, είναι ένα ανοίκειο πένθος.
Γιορτάζουν οι χριστιανοί τη γέννηση του Ιησού, αλλά ανεξαρτήτως των δικών μου θρησκευτικών πεποιθήσεων ή της έλλειψης αυτών, ο θάνατος τα Χριστούγεννα, σαν μια έννοια αόρατη, είναι εκεί, το νιώθεις κι ας μην τον βλέπεις, είναι πιο παρών από ποτέ. Είναι δίπλα μου στο κρεβάτι, κάθε βράδυ τις μέρες αυτές. Δεν κατανοώ πλήρως τη σύνδεση που κάνω, θάνατος/γέννηση Χριστού, είμαι σίγουρη ότι θα καταλήξω κάπου όμως, αλλά ακόμα κι αν δεν τα καταφέρω, θα έχω μοιραστεί για μία ακόμη φορά τις σκέψεις μου.
Δεν απαρίθμησα τι εστί και τι έχει υπάρξει ο θάνατος για εμένα, καθώς φλυάρησα και ξεκίνησα μία επίθεση μα ταυτόχρονα, υποστήριξη της θέσης μου, απέναντι στα Χριστούγεννα. Ξεκινάω.
Έχουμε ήδη: ‘’ο θάνατος είναι μια άδεια ζακέτα’’. Συνεχίζω:
-Ο θάνατος είναι επίσης, ένα τραπέζι γεμάτο ανθρώπους, στους οποίους όμως δεν μπορείς να μιλήσεις για το πώς πραγματικά νιώθεις.
-Ο θάνατος είναι, ένα δώρο που σου πήρε κάποιος, επειδή σε έκανε να κλαις με λυγμούς στο δρόμο, για ένα χαρακτηριστικό σου ή μια κατάσταση που δεν μπορείς να αλλάξεις.
-Ο θάνατος είναι, να αγωνιάς κάθε μέρα μην πάθει κάτι κακό ο άνθρωπός σου και τελικά το κακό να το παθαίνεις εσύ, από αυτόν.
-Θάνατο θα χαρακτήριζα, τις ατέλειωτες ώρες επίσης, που δεν είχα αρκετό οξυγόνο στα πνευμόνια μου και έναν μόνιμο κόμπο στο λαιμό. (Δεν μπορούσα να καταπιώ, ούτε τις οπισθορρινικές εκκρίσεις, κοινώς μύξες, που προκύπτουν μέσω των δακρύων.) Α ναι, σωστά, θάνατος και οι μέρες που τα μάτια σου είναι μόνιμα πρησμένα από το κλάμα και με δυσκολία ανοίγουν.
Θάνατος, να προσπαθείς να καταλάβεις τι έκανες λάθος, χωρίς να λαμβάνεις την παραμικρή απάντηση/εξήγηση, για να κατευναστεί το θορυβώδες και ενοχικό μυαλό σου. Θάνατος, να μαζεύεις σε κούτες τα πράγματά σου για πολλοστή φορά, μα την τελευταία φορά μην έχοντας ιδέα που θα πας αυτές τις κούτες. Ούτε αν αξίζει πια, να τις αδειάσεις.
Ένιωσα επίσης, ότι θάνατος είναι να πονάς, μέσα στο κορμί, σε όλες τις φλέβες, τις αρτηρίες, στα κόκκαλα, μέσα στο στομάχι και τον εγκέφαλό σου. Να παλεύεις να βρεις κάτι, κάποιον που θα σε βοηθήσει να κρατηθείς και όλα τα χέρια να σε αποχαιρετάνε από υποκριτική απόσταση ασφαλείας, ακόμα και των ‘’φίλων’’ που σε αποκαλούσαν οικογένεια, όταν είχαν πιει ένα παραπάνω ποτηράκι κρασί.
Ακόμη, θάνατος είναι να νιώθεις, ότι δεν θα είσαι αρκετός ποτέ για κανέναν ή ότι πάντα θα είσαι ‘’πολύς’’ και έντονος και πολύπλοκος. Είναι πολύ επώδυνο, άνθρωποι που δηλώνουν πως σε αγαπάνε ή άνθρωποι που λένε πως ενδιαφέρονται για σένα, να φεύγουν ξαφνικά ‘’νύχτα’’ τρέχοντας χωρίς να κοιτάνε πίσω, επειδή κάτι σε εσένα τους τρόμαξε, τους αηδίασε, τους ξένισε, τους φάνηκε ‘’πολλή δουλειά’’.
Ως έναν αρκετά βίαιο θάνατο, μπορώ να περιγράψω μία συνθήκη, όπου έχεις τα πιο αγνά συναισθήματα, τις πιο καλές προθέσεις για κάποιον, αλλά αυτός δεν μπορεί να τα δει όλα αυτά, μα ακόμα και αν τα βλέπει δεν μπορεί να χωρέσει το κεφάλι του το μεγαλείο της ψυχής σου και θαλασσοπνίγεται. Αλλά, θα σου πει ότι εσύ τον έπνιξες.
Θάνατος είναι ακόμα, όταν τολμάς να ελπίσεις ξανά και καταλήγεις να μετανιώνεις που το έκανες και μένεις να νιώθεις λιγότερος από πριν και αρκετά κιλά ηλίθιος. Αφού δε θυμάσαι; Έφυγαν τρέχοντας. Μόλις είδαν γυμνό το κορμί σου. Γυμνή την ψυχή σου. Σε κλάσματα δευτερολέπτου, έμεινες με μια άδεια ζακέτα στα χέρια σου ξανά. Να σου θυμίζει, ότι όλα όσα έχεις ζήσει είναι μικροί θάνατοι. Κάθε ένας, σου πήρε και από ένα κομμάτι. Σου λείπουν τόσα κομμάτια, που δεν ξέρεις αν μπορείς πια, εσύ, να χωρέσεις στη ζακέτα.
Δεν είχα σκοπό να γίνω μελό, ένα πράγμα που έχω και κανείς δε μπορεί, αλλά ούτε και πρόκειται να μου πάρει ποτέ, είναι η αλήθεια μου. Θα λέω όλα όσα νιώθω, σκέφτομαι, έχω βιώσει και πιστεύω, χωρίς να κάνω ούτε μισή σκέψη να φερθώ με διπλωματία και να γράψω με ‘’τακτ’’ και ψεύτικη ευγένεια. Δεν είμαι πολιτικός, δε με ενδιαφέρει να διατηρήσω βλαχοδημαρχέικες ”σχέσεις” με κανέναν.
Είμαι ένας άνθρωπος που μέχρι να κλείσω για πάντα τα μάτια μου, θα μοιράζομαι το ανήσυχο μυαλό μου με όλους, θα δείχνω περήφανα τις πληγές μου σε όλους, μέχρι να μην μείνει κανείς ή μέχρι να μείνουν αυτοί που αντέχουν, μέχρι να κάτσουν δίπλα μου αυτοί που δεν θα τρομάζουν που μιλάω τη γλώσσα της αλήθειας, της ωμής αλήθειας, αλλά θα με θαυμάζουν και θα με αγαπάνε γι’ αυτό. Όσοι φοβούνται, δυσαρεστούνται, δεν είμαι το cup of tea τους, στο καλό να πάνε. (Να πάνε όμως, γιατί χώρο, διάθεση και χρόνο στη ζωή μου για ανθρώπους που τρομάζουν και φεύγουν εύκολα, πλέον δεν έχω).
Υ.Γ.: Δε φοβάμαι τόσο το θάνατο, όσο φοβάμαι το να ζήσω μια ζωή περιτριγυρισμένη από ανθρώπους που θα είναι δίπλα μου για τους λάθους λόγους. Θέλω αυτά που θέλω, το ”πολύ”, στα συναισθήματα, στην τρέλα, στο γέλιο, στα κλάματα. Δε θέλω τίποτα χλιαρό, καμία απομίμηση ενός καημένου συμβιβασμού. Αν δεν μπορώ να έχω όλα αυτά στο ‘’πολύ’’ τους, προτιμώ την άδεια ζακέτα.
Σε όσους το διάβασαν, ευχαριστώ πολύ. Σε όσους το διάβασαν και ένιωσαν κάτι, τους ευχαριστώ και τους στέλνω μια αγκαλιά. Ο θάνατος είναι ό,τι μας τσάκισε, αλλά αν είμαστε ακόμα εδώ, ακόμη και αν έρχονται Χριστούγεννα, κάτι κάνουμε σωστά.
Γράφει η Τσώνου Βασιλική, Ψυχολόγος
Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Κάπλα