A Monster Calls, κριτική ταινίας

A Monster Calls, κριτική ταινίας

 

 

Σκηνοθεσία: J. A. Bayona

Ηθοποιοί: Lewis MacDougall, Felicity Jones, Toby Kebbell, James Melville, Lily-Rose Aslandogdu, Oliver Steer, Dominic Boyle, Max Gabbay, Jennifer Lim, Ben Moor, Geraldine Chaplin, Sigourney Weaver, Liam Neeson

 

 

Κριτική: Άγγελος Νομικός, Movie Heat

“Stories are important. They can be more important than anything. If they carry the truth.”

Στις 17 Οκτωβρίου 2012 ιδρύθηκε το site μας, Movie Heat. Τέσσερα χρόνια μετά, ο υποφαινόμενος αρθρογράφος βάζει το πρώτο του 5άρι (5/5), μια βαθμολογία η οποία σε όποια χώρα και να είσαι, όποια γλώσσα και αν μιλάς, παραπέμπει σε αυτό που λέμε αριστούργημα. Και το “A Monster Calls” για μένα δεν είναι τίποτα λιγότερο από αυτό.

Ο 12χρονος Conor O’Malley (Lewis MacDougall) δυσκολεύεται να διαχειριστεί τη βαριά ασθένεια της μητέρας του (Felicity Jones), ενώ στο σχολείο εκφοβίζεται και βασανίζεται συστηματικά από τους συμμαθητές του. Ένα βράδυ η εμφάνιση ενός τέρατος/γιγάντιου δέντρου (Liam Neeson) στο παράθυρό του, που θέλει να του διηγηθεί τρεις ιστορίες, θα τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα.

Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο φαντασίας που έγραψε ο Αμερικανός συγγραφέας Patrick Ness το 2011, το οποίο έχει τις ρίζες του σε μια πρωτότυπη ιδέα της Βρετανίδας συγγραφέως Siobhan Dowd. Η Dowd συνέλαβε την ιδέα κατά τη διάρκεια της δικής της ανίατης ασθένειας – καρκίνος του μαστού – το 2005 (τρομακτικά εμφανείς οι επιρροές στο μυθιστόρημα), ενώ απεβίωσε δυστυχώς το 2007. Ο Ness, λοιπόν, ο οποίος είναι και ο σεναριογράφος της ταινίας, ήταν αυτός που έκανε συμφωνία με την Dowd και ανέλαβε να κάνει πράξη την ιδέα της. “She had the characters, a premise, and a beginning. What she didn’t have, unfortunately, was time.”, όπως χαρακτηριστικά τονίζει και ο ίδιος. Η έννοια της απώλειας, λοιπόν, κάνει την εμφάνισή της στον πραγματικό κόσμο, πριν καν ξεκινήσουμε να μπαίνουμε σε αυτόν της μυθοπλασίας.

Αυτά για το βιβλίο, ένα πραγματικά υπέροχο μυθιστόρημα που διάβασα μέσα σε λίγες ώρες μετά τη δημοσιογραφική προβολή της ταινίας. Σας το συστήνω ανεπιφύλακτα. Όσον αφορά το κινηματογραφικό έργο τώρα, θα ξεκινήσω από το πιο βασικό part: Ο νέος Steven Spielberg βρέθηκε και το όνομά του είναι Juan Antonio García Bayona. Δεν μπορείτε να φανταστείτε για τι στήσιμο πλάνων και πόσο μεγαλειώδες storytelling μιλάμε. Το “The Orphanage” (2007) και το “The Impossible” (2012) ήταν δύο εξαιρετικές για το είδος τους ταινίες από τον ταλαντούχο Ισπανό σκηνοθέτη που αποτελούν κατ’εμέ το προοίμιο (μια ταινία φαντασίας/θρίλερ και ένα δράμα αντίστοιχα) του αριστουργηματικού δράματος φαντασίας “A Monster Calls” («7 Λεπτά Μετά τα Μεσάνυχτα» στα ελληνικά). Αναμένουμε με αγωνία το “Jurassic World 2” το καλοκαίρι του 2018.

Οι ερμηνείες είναι μικρά διαμάντια. Ξεκινώντας από το μικρούλη Lewis MacDougall (“Pan”), ο οποίος δίνει μια απίστευτα συγκινητική ερμηνεία, πραγματικά από τους πιο ταλαντούχους child actors που έχω δει ποτέ στη ζωή μου (δεν υπάρχει σκηνή στην ταινία που να κλαίει και να μη δακρύζεις έστω), στην πάντα εξαιρετική Felicity Jones (“Like Crazy” – δείτε το!, “The Invisible Woman”, “The Theory of Everything”) στο ρόλο της μητέρας του Conor σε μια ερμηνεία που σου ραγίζει την καρδιά και από την αγαπημένη Sigourney Weaver σε έναν από τους πιο ώριμους ρόλους που έχει ερμηνεύσει ποτέ (πραγματική έκπληξη) στον ηχητικό οργασμό που ακούει στο όνομα Liam Neeson. Η φωνή αυτού του ανθρώπου… Είτε είσαι γυναίκα, είτε άντρας, είτε πέτρα, το δέρμα σου ανατριχιάζει. Τα quotes του βιβλίου από εδώ και στο εξής θα ηχούν στα αυτιά μου με την υπέροχη φωνή του και μόνο. Αξίζει να αναφερθεί και η μεστή ερμηνεία του Βρετανού Toby Kebbell (“Fantastic Four”, “Ben-Hur”), στο ρόλο του πατέρα του Conor, από το στόμα του οποίου βγαίνουν πολλές πικρές αλήθειες.



Η φωτογραφία του Óscar Faura (σταθερός συνεργάτης του Bayona) είναι ένα οπτικό υπερθέαμα, ενώ το soundtrack του Fernando Velázquez (ομοίως μόνιμος συνεργάτης του σκηνοθέτη) ένα ακουστικό όνειρο, το οποίο παίζει στα ηχεία του υπολογιστή μου ασταμάτητα κάθε βράδυ εδώ και αρκετές εβδομάδες. Να σημειωθεί πως παρά το μικρό budget της ταινίας (μόλις $43 εκατομμύρια δολάρια) τα εφέ είναι πραγματικά εξαιρετικά, επιπέδου “Harry Potter” & “The Hobbit”.

Ωραία, τα είπαμε όλα αυτά… Γιατί βάζεις 5 όμως ρε Νομικέ και όχι 4 ή 4.5 όπως σε κινηματογραφικά διαμάντια περσινών ετών (“All is Lost” (2013), “The Homesman” (2014), “Mr. Holmes” (2015), κ.ά.) που σε άγγιξαν πολύ? Δε σας κρύβω ότι τριβελίζει πολύ το μυαλό μου εδώ και αρκετές μέρες η ερώτηση αυτή. Το 5/5 είναι κάτι που πρέπει να δικαιολογηθεί άριστα, κάτι το οποίο οφείλω να εξηγήσω με άπταιστα επιχειρήματα σε εσάς, τους αναγνώστες μας, γιατί «επιτρέπω» σε ένα κινηματογραφικό έργο να ανέβει στο πρώτο σκαλί του βάθρου.

Άργησα επίτηδες να γράψω την κριτική για αυτόν ακριβώς το λόγο (η ταινία έκανε πρεμιέρα την Πέμπτη που μας πέρασε). Την είδα άλλες 2 φορές μετά τη δημοσιογραφική προβολή για να δω πώς θα νιώσω βλέποντάς την 2η και 3η φορά. Τίποτα δεν άλλαξε. Αυτό το αίσθημα – γαλήνια γροθιά στο στομάχι (δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς) με περίμενε εκεί στη γωνία (παραμόνευε θα έλεγε κανείς) και τις 3 φορές. Συγκινήθηκα και τις 3 φορές. Συγκλονίστηκα και τις 3 φορές. Ένιωσα Άνθρωπος και τις 3 φορές. Είναι αντικειμενικά μια ταινία για 5/5? Προφανώς και όχι. Είναι ένα προϊόν αμερικανικής/αγγλικής/ισπανικής παραγωγής, που βασίζεται αρκετά στον εκβιασμό συναισθημάτων του μέσου θεατή (βάζω και τον εαυτό μου μέσα), παρά τα όποια ξεχωριστά και διαφορετικά μηνύματα θέλει να περάσει στο κοινό (και ξέρεις πως είναι ξεχωριστά τα μηνύματα μιας ταινίας όταν η αλήθεια πονάει και δε σου χαϊδεύει τα αυτιά). “Citizen Kane” (1941) του Orson Wells και “Psycho” (1960) του Hitchcock, αυτές είναι ταινίες αντικειμενικά για 5/5. Αλλά ελάτε τώρα, πότε έχετε κάποιον να λέει πως η αγαπημένη του ταινία είναι ο «Πολίτης Κέιν» ή το «Ψυχώ»? Το άφταστο 5άρι ήταν, είναι και θα είναι πάντα κάτι το υποκειμενικό. Κάτι που θα διχάσει το κινηματογραφικό κοινό, γιατί το κοινό αποτελείται από διαφορετικούς ανθρώπους, με διαφορετικά ερεθίσματα, κοινωνικές επιρροές, κλπ.

Για μένα, λοιπόν, το “A Monster Calls” ήταν η κατάλληλη ταινία την κατάλληλη στιγμή. Για μένα. Μπορεί και για κάποιους από εσάς. Η απώλεια είναι ένα δύσκολο κομμάτι στο ταξίδι της Ζωής, ίσως το δυσκολότερο. «Να θυμάσαι πως κάθε άνθρωπος που συναντάς κάτι φοβάται, κάτι αγαπά και κάτι έχει χάσει.» έχει πει ο H. Jackson Brown, Jr., ένας Αμερικανός συγγραφέας. Όλοι έχουμε χάσει κάτι, είναι αναπόσταστο κομμάτι της ζωής. Κάποιες φορές, τις περισσότερες υποθέτω, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε, γιατί ο πόνος είναι αβάσταχτος. Και είναι ok αυτό. Κάποιες άλλες φορές πάλι, κάποιες λίγες φορές, έρχεται ένα Τέρας. Ένα Τέρας με μορφή τεράστιου δέντρου, με βαθιά μα γαλήνια φωνή. Ένα Τέρας οπλισμένο με 3 υπέροχα, μαγικά παραμύθια που λένε μόνο αλήθειες, για να μας υπενθυμίσει πως είναι ακόμη πιο ok να συνεχίσουμε. Όταν η φαντασία δένει με την πραγματικότητα, μπορεί να γίνουν θαύματα. Πιστέψτε με.

“You were merely wishing for the end of pain, the monster said. Your own pain. An end to how it isolated you. It is the most human wish of all.”

 

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 5/5

Για το Movie Heat,
Άγγελος Νομικός

 

Για περισσότερες κριτικές ταινιών και κινηματογραφικά νέα, επισκεφτείτε τη σελίδα μας στο: facebook.com/movieheat

 

 

 

 

Thessaloniki Arts and Culture, 

 

 




Διαβάστε επίσης

Captain America: Civil War, κριτική ταινίας

Captain America: Civil War, κριτική ταινίας

 

Σκηνοθεσία: Anthony & Joe Russo

Ηθοποιοί: Chris Evans, Robert Downey, Jr., Sebastian Stan, Chadwick Boseman, Scarlett Johansson, Anthony Mackie, Don Cheadle, Jeremy Renner, Elizabeth Olsen, Paul Bettany, Tom Holland, Paul Rudd, Emily VanCamp, Frank Grillo, Martin Freeman, Marisa Tomei, John Kani, John Slattery, Hope Davis, William Hurt, Daniel Brühl

 

Close