Πάμπλο Νερούδα: 9 ποιήματα από τον κορυφαίο λογοτέχνη του έρωτα

Πάμπλο Νερούδα: 9 ποιήματα από τον κορυφαίο λογοτέχνη του έρωτα

Στις 12 Ιουλίου του 1903, στο Παράλ της Χιλής γεννιέται ο κορυφαίος ποιητής, Ρικάρδο Ελιέσερ Νεφταλί Ρέγιες Μπασοάλτο, γνωστός στο ευρύ κοινό με το φιλολογικό του ψευδώνυμο, Πάμπλο Νερούδα. Διακρίθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1971 και θεωρείται ο σπουδαιότερος ποιητής του 20ου αιώνα, σύμφωνα με τον Γκαμπριέλ Γκαρθία Μάρκες. Πέθανε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1973, σε ηλικία 69 χρονών, στην πόλη Σαντιάγο της Χιλής. ‘Αφησε πίσω του μια σπουδαία ανθολογία από τα πιο πολυδιαβασμένα ερωτικά ποιήματα.

Πάμπλο Νερούδα: 9 ποιήματα από τον κορυφαίο λογοτέχνη του έρωτα

 

Στο σημερινό αφιέρωμα θα δούμε 9 από αυτά …

*Πάρε μου το ψωμί, αν θες,
πάρε μου τον αγέρα, μα
μη μου παίρνεις το γέλιο σου.

Μη μου παίρνεις το ρόδο,
τη λόγχη που τινάζεις,
το νερό που ξάφνου
χυμά απ’ τη χαρά σου,
το απότομο κύμα
το αργυρό που σε γεννά.


Είναι σκληρός ο αγώνας μου και γυρνώ
με μάτια κουρασμένα
θωρώντας κάποτε
τη γη που δεν αλλάζει,
μα έρχεται το γέλιο σου
αναθρώσκωντας στον ουρανό γυρεύοντάς με
και μου ανοίγει τις πόρτες
όλες της ζωής.


Αγάπη μου, στις πιο μαύρες
ώρες μου τινάζεται
το γέλιο σου, κι όταν ξάφνου
δεις το αίμα μου
να λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου,
γέλα, γιατί το γέλιο σου
θα ‘ναι στα χέρια μου
σα δροσερό σπαθί.


Δίπλα στη θάλασσα του φθινοπώρου,
το γέλιο σου ας αναβρύσει
σα σιντριβάνι, όλο αφρό
και την άνοιξη, αγάπη μου,
θέλω το γέλιο σου σαν
τον ανθό που πρόσμενα,
τον γαλανό ανθό, το ρόδο
της βουερής πατρίδας μου.


Γέλα στη νύχτα,
στη μέρα στο φεγγάρι,
γέλα στις στριφτές
στράτες του νησιού,
γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο
αγόρι που σ’ αγαπά,
μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω,
όταν τα βήματά μου φεύγουν,
όταν γυρνούν τα βήματά μου,
αρνήσου μου το ψωμί, τον αγέρα,
το φως, την άνοιξη,
μα ποτέ το γέλιο σου
γιατί θα πέθαινα.

 

*Σε έχω μετά βίας αφήσει,
είσαι μέσα μου, κρυσταλλένια,
ή τρέμοντας,
ή με ανησυχία, πληγωμένη από μένα,
ή κυριευμένη από αγάπη, όπως όταν τα μάτια σου
κλείνουν μπροστά στο δώρο της ζωής
αυτό που και τώρα και πάντα σου δίνω.

Αγάπη μου,
βρήκαμε ο ένας τον άλλο
διψασμένο και ήπιαμε
όλο το νερό και το αίμα,
βρήκαμε ο ένας τον άλλο
πεινασμένο
και με δάγκωσες και σε δάγκωσα
σαν η φωτιά να δάγκωνε
αφήνοντας πληγές επάνω μας.

Μα περίμενέ με,
φύλαξε για μένα τη γλυκύτητά σου,
Θα σου δώσω ,ακόμη,
ένα τριαντάφυλλο.

 

*Aν με ξεχάσεις…
Ένα
θέλω να ξέρεις.

Ξέρεις πώς είν’αυτό:
κοιτάζω
το κρυστάλλινο φεγγάρι, το κόκκινο κλαδί
του αργού φθινοπώρου στο παράθυρό μου,
αγγίζω
πλάι στη φωτιά
την ατάραχη στάχτη
ή το ρυτιδωμένο σώμα του ξύλου,
κι όλα με φέρνουν σε σένα,
λες και ό,τι υπάρχει,
αρώματα, φως, μέταλλα,
είναι μικρά πλεούμενα που ταξιδεύουν
προς τα νησιά σου που με περιμένουν.

Ωστόσο,
αν λίγο λίγο πάψεις πια να μ’αγαπάς
θα πάψω κι εγώ να σ’αγαπώ λίγο λίγο.

Κι αν ξαφνικά
με ξεχάσεις
μην ψάξεις να με βρεις,
θα σ’έχω λησμονήσει.

Αν θεωρήσεις ότι κρατάει πολύ κι είναι τρελός
ο άνεμος από σημαίες
που περνάει απ’τη ζωή μου
κι αποφασίσεις
να με αφήσεις στην όχθη
της καρδιάς που έχω ρίζες,
σκέψου
πως εκείνη τη μέρα,
την ώρα εκείνη
θα σηκώσω τα χέρια
και θα βγουν οι ρίζες μου
για να βρούνε άλλη γη.

Όμως
αν κάθε μέρα,
κάθε ώρα,
νιώθεις προορισμένη για μένα
με γλυκύτητα αψεγάδιαστη.
Αν κάθε μέρα ανεβαίνει
ένα λουλούδι στα χείλη σου για να με βρει,
αχ αγάπη μου, αχ δικιά μου,
μέσα μου όλη τούτη η φωτιά θα επαναλαμβάνεται,
μέσα μου τίποτα δε θα σβήσει ούτε θα ξεχαστεί,
η αγάπη μου τρέφεται από την αγάπη σου, αγαπημένη,
κι όσο θα ζεις θα είναι μες στην αγκαλιά σου
χωρίς απ’τη δική μου να φύγει.

 

*Σε ονόμασα βασίλισσα.
Υπάρχουν ψηλότερες από σένα, ψηλότερες.
Υπάρχουν αγνότερες από σένα, αγνότερες.
Υπάρχουν ομορφότερες από σένα, ομορφότερες.
Αλλά εσύ είσαι η βασίλισσα.

Όταν περπατάς στο δρόμο
κανείς δε σε αναγνωρίζει.
Κανένας δε βλέπει το κρυστάλλινο σου στέμμα, κανένας δεν κοιτάζει
το από κόκκινο χρυσό χαλί
που πατάς καθώς περνάς,
το χαλί δεν υπάρχει.

Κι όταν εμφανίζεσαι
όλοι οι ποταμοί ακούγονται
στο κορμί μου, καμπάνες σείουν τον ουρανό
κι ένας ύμνος γεμίζει τον κόσμο.

Μονάχα εσύ κι εγώ,
μονάχα εσύ κι εγώ, αγάπη μου,
τον ακούμε.

 

*Το πρωινό είναι γεμάτο θύελλα
μες στην καρδιά του θέρους.

Σαν μαντήλια λευκά του χωρισμού ταξιδεύουν τα σύννεφα,
ο άνεμος τα σπρώχνει με τα ταξιδιάρικά του χέρια.

Αναρίθμητη καρδιά του ανέμου
πάλλοντας πάνω στη σιωπή μας την ερωτευμένη.

Βουΐζοντας μέσα στα δέντρα, ορχηστρικός και θείος,
σαν μια γλώσσα γεμάτη πολέμους και άσματα.

Άνεμος που φέρνει με γοργή κλοπή τη φυλλωσιά
και ξεστρατίζει τα παλλόμενα των πουλιών βέλη.

Άνεμος που τη σπάει σε κύμα με δίχως αφρό
σε ουσία δίχως βάρος, και σε φωτιές επικλινείς.

Θραύεται και συντρίβεται ο όγκος των φιλιών της
νικημένος στην πόρτα του ανέμου του θέρους.

 

*Σε θυμάμαι όπως ήσουν το τελευταίο φθινόπωρο.
Ήσουνα το μπερέ το γκρι και η ήσυχη καρδιά.
Στα μάτια σου παλεύανε του δειλινού οι φλόγες.
Και τα φύλλα πέφτανε στο νερό της ψυχής σου.

Στα χέρια μου πιασμένη σαν το αναρριχητικό,
συλλαμβάνουν τα φύλλα την αργή φωνή σου κι ήσυχη.
Πυρά της έκπληξης όπου η δίψα μου καιγόταν.
Γλυκέ γαλάζιε υάκινθε πλεγμένε στην ψυχή μου.

Νιώθω να ταξιδεύουνε τα μάτια σου απ’ το μακρινό φθινόπωρο:
γκρίζο μπερέ, φωνή πουλιού, καρδιά σπιτίσια
όπου αποδημούσαν τα βαθιά τα θέλω μου
κι έπεφταν τα χαρούμενα φιλιά μου σαν τη θράκα.

Απ’ το καράβι ο ουρανός. Ο κάμπος απ’ τους λόφους.
Η θύμησή σου είν’ από φως, καπνό και ήσυχη λιμνούλα!
Πιο πέρα από τα μάτια σου καιγόντουσαν τα δειλινά.
Φύλλα ξερά του φθινοπώρου στριφογύριζαν στην ψυχή σου.

 

*Για την καρδιά μου αρκεί το στήθος σου,
για την ελευθερία σου τα φτερά μου.
Από το στόμα μου θα φτάσει ως τον ουρανό
αυτό που ήταν κοιμισμένο στην ψυχή σου.

Σε σένα βρίσκεται η συγκίνηση της κάθε μέρας.
Φτάνεις σαν τη δροσιά στους κάλυκες.
Υπέσκαπτες με την απουσία σου τον ορίζοντα.
Αιώνια σε φυγή όπως το κύμα.

Είπα πως τραγούδαγες στον άνεμο
όπως τα πεύκα κι όπως τα κατάρτια.
Όπως αυτά είσαι ψηλή και λιγομίλητη.
Και θλίβεσαι σαν το ταξίδι.

Φιλική σαν παλιό μονοπάτι.
Σε κατοικούνε ήχοι και φωνές νοσταλγικές.
Εγώ τα ξύπνησα και κάποτε μεταναστεύουν
τα πουλιά που κοιμούνται στην ψυχή σου.

 

*Όλο παίζεις, εσύ, κάθε μέρα, εσύ,
με το φως του σύμπαντος κόσμου.
Επισκέπτρια συλφίδα των νερών και των κήπων.
Δεν είσαι δε μόνο εκείνη η χρυσή κεφαλή
όπου σαν ανθοδέσμη σφιχτά την κρατάω εγώ
μες στα δυο μου τα χέρια.
Κανενός αλλουνού δεν μοιάζεις εσύ
από τότε που εγώ σε αγάπησα.
Άσε να σε ξαπλώσω σ’ ένα στρώμα
από μάηδες κίτρινους κι αγαπανθούς.
Ποιος είν’ εκείνος εκεί που γράφει τ’ όνομά σου
με ψηφία καπνού στ’ αστέρια του Νότου?
Εγώ είμ’ εκείνος εκεί που γράφει τ’ όνομά σου
με ψηφία καπνού στ’ αστέρια το Νότου!
Άσε με. . . άσε με να σε αναπολήσω όπως ήσουν
προτού ν’ ανασπασθείς και βγεις στην ύπαρξη.

Κι ευθύς, δες, αλαλάζει ο άνεμος
και δέρνει τα κλειστά μου παράθυρα.
Ο ουρανός είναι μι’ απόχη φίσκα ως απάνου
με ψάρια μαύρα, ανήλιαγα.

Κι εδώ, εδωνά, κοπάζουν όλοι οι άνεμοι, όλοι τους εδωνά.
Και τότε η βροχή εγυμνώθη.
Πουλιά πετάνε πετούμενα.
Οι άνεμοι. Οι άνεμοι.
Μόνος μου εγώ και αναμετριέμαι με των άλλων τη δύναμη.
Ο ανεμοστρόβιλος σέρνει μαζί του
και μουρλαίνει τα μπακιρένια φύλλα
και ξελύνει τ’ άραγμένα στ’ ουρανού το μώλο.

Εσύ είσαι εδώ. Εσύ δε φεύγεις, δεν πετάς.
Κι εσύ ως το τέλος θα είσαι και θα μου απαντάς
στους βόγγους και τα μουγκρητά μου.
Επάνω μου να ‘ρθεις να κουλουριαστείς
σα να σ’ έχουνε σκιάξει.
Κάπου κάπου αδέσποτοι ξεπόρτιζαν απ’ τα μάτια σου
ήσκιοι,
ξένοι, παράδοξοι.

Και τώρα, τωραδά, εδώ,
μανούσια μου φέρνεις και δυοσμαρίνια, μωρό μου,
γι’ αυτό κι έτσι ευωδιάζουν τα στήθη σου.
Σην ώρα όπου ο άνεμος μελαγχολικός καλπάζει
σφαγιάζοντας πεταλούδες
εγώ σ’ αγαπάω,
κι η έξαρση μου δαγκώνει βαθιά
τα δαμάσκηνα του στόματός σου.

Πόσο έχεις στ’ αλήθεια πονέσει,
ώσπου να ‘βρεις τα χούγια μου,
ώσπου να βρεις την ψυχή μου τη μονάτη κι ανήμερη
και τ’ όνομά μου που όλους τους κάνει και τρέμουν . . .
Πόσες και πόσες φορές δεν είδαμε το φως του αυγερινού
να μας φιλάει τα μάτια
και πάνω απ’ τα κεφάλια μας το χάραμα κυκλοδίωκτο
ν’ ανοίγει ωσάν ριπίδιο.
Σα λόγια μου σε μούσκεψαν θωπεύοντάς σε.
Καιρός πάει πολύς που αγάπησα
το ηλιόλουστο σώμα σου, το μαργαριταρένιο.
Και πιστεύω έτσι πως εγώ είμαι ο κύριος
του σύμπαντος όλου.
Θα σου φέρω απ’ τα βουνά λουλούδια εξαίσια,
κλέλιες, ζουμπούλια
και βελανίδια γεράνια, κι ένα κοφίνι φιλιά.

Θέλω να κάνω μαζί σου
αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές.

 

*Το χάσαμε κι αυτό το ηλιοβασίλεμα. Κανείς δεν μας είδε εμάς χεράκι, χεράκι το βράδυ εκείνο όπου έπεφτε η γαλάζια η νύχτα και εσκέπαζε τον κόσμο.

Απ’ το παράθυρο μου είδα μόνος εγώ τη φιέστα του ηλιογέρματος ψηλά στ χάη.

Και πότε, πότε σαν πυρακτωμένο κέρμα κράταγα ένα κομματάκι ήλιο στην παλάμη μου.

Και σε συλλογιζόμουν με τη καρδιά σφιγμένη από κείνο εκεί το σφίξιμο που ξέρεις πως με κυβερνάει.

Λέγε μου, που ήσουνα? Με τι κόσμο? Και τι τους έλεγες? Και γιατί ακαριαία με κυριεύει ακέριος ο έρωτας εμένα μόλις νιώσω μοναχός, με σένανε μακριά μου?

Μου ‘φυγε το βιβλίο που πάντα ανοίγω το βραδάκι και σα λαβωμένο κουτάβι γλίστρησε κι έπεσε στα πόδια μου το παλτό. Μα όλο φεύγεις εσύ, φεύγεις τα βράδια με το δειλινό παρέα που πιλαλάει και αφανίζει τ’ αγάλματα.

 

Επιμέλεια – Κείμενο: Δάφνη Τσάρτσαρου

 

 

 

 

 

 

 

Διαβάστε επίσης

Close