Τα παιδικά μας χρόνια δεν θα ήταν ίδια χωρίς τη Ζωρζ Σαρή

Τα παιδικά μας χρόνια δεν θα ήταν ίδια χωρίς τη Ζωρζ Σαρή

Σαν σήμερα πρίν από επτά χρόνια έφυγε από τη ζωή η Ζωρζ Σαρή.  Η Γεωργία Σαριβαξεβάνη Καρακώστα όπως ήταν ολόκληρο το όνομά της, γεννήθηκε στην Αθήνα από μητέρα Γαλλίδα και πατέρα από το Αϊβαλί. Τελείωσε στην Ελλάδα το Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Στα χρόνια της Κατοχής φοίτησε στη σχολή υποκριτικής του Δημήτρη Ροντήρη και το 1947, όταν εξορίστηκε στο Παρίσι , σπούδασε την τέχνη του θεάτρου στο Σαρλ Ντιλέν. Το 1962 επέστρεψε στην Ελλάδα  και έπαιξε στον κινηματογράφο και το θέατρο μέχρι την εποχή της Δικτατορίας, οπότε και ξεκίνησε να γράφει το πρωτο της μυθιστόρημα. «Ο Θησαυρός της Βαγίας» εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1969. Μέχρι το 2012 που πέθανε είχε γράψει πολλά μυθιστορήματα για νέους (και όχι μόνο), νουβέλες και παιδικά βιβλιαράκια. Ανάμεσα στα πιο γνωστά της έργα, είναι: Τα Στενά Παπούτσια, Το Ψέμα, Τα Γενέθλια, Ο Κύριός Μου, Τα Χέγια και Νινέτ.

Η Ζωρζ Σαρή συντρόφευσε πολλά παιδικά και εφηβικά (και ενήλικα …) βράδια μας με τις ρεαλιστικές αφηγήσεις της. Κατάφερε να μπει στις ψυχές μας με τον πιο όμορφο τρόπο και τα έργα της είναι πάντοτε αυτά στα οποία ανατρέχουμε για να βρούμε που και που τη χαμένη αθωότητά μας. Με αφορμή την επέτειο από το θάνατό της, θυμόμαστε μερικά αποσπάσματα από αγαπημένα βιβλία της.

«Κλείνω τα μάτια. Όλα τα χρώματα με πλημμυρίζουν. Είναι φωτεινά, καθάρια, λαμπερά σαν τις αναμνήσεις, σαν τα όνειρά μου, σαν τη ζωή μου… Κλείνω τα μάτια. Σαν ίσκιοι οι αναμνήσεις πλησιάζουν γοργά… Απρόσμενος τρελός χορός. Έιναι ο χορός της ζωής.» Ο χορός της ζωής, 1996

«Η Ζωή θέλει να την αγαπάνε. Να την αγαπάνε χωρίς παζαρέματα, πολύ και αλογάριαστα. Μικρή κατάλαβε πως για να τα καταφέρει, έπρεπε πρώτα ν’ αγαπήσει αυτή τους ανθρώπους ή τουλάχιστον να κάνει πως τους αγαπά….. Αγαπούσε όπως πεινούσε, όπως διψούσε, όπως πονούσε, όπως γελούσε.
Το δίχτυ της Ζωής ήταν σοφά πλεγμένο. Είχε κι άλλες κλωστές πολύ γερές. Άνοιγε τις χούφτες της και σκόρπιζε το παιδικό της βιος. Χάριζε τα βιβλία της, τα μολύβια της, τις πέννες της, τις ζωγραφιές της, τα παιχνίδια της. Κρυφά από τους δικούς της χάρισε το χρυσό σταυρό της, το δαχτυλιδάκια της, μια παλιά καρφίτσα της γιαγιάς. Έψαχνε στα συρτάρια, κάτι να βρει ακόμα, να το χαρίσει κι αυτό, να γίνει ένας παραπανίσιος κρίκος στην αλυσίδα που θα την έδενε με τους ανθρώπους . Αγωνιζόταν. Η λαχτάρα της γινόταν ορμητικό ποτάμι και παράσερνε τα εμπόδια. Όχι, όχι δεν ήτανε παιχνίδι. Ήταν αγωνία. Παιδιάστικη αγωνία. Η μητέρα το ‘χε καταλάβει και της παραστεκότανε χωρίς πολλά λόγια. Ένιωθε τη μοναξιά που τρόμαζε το παιδί της, ίσως γιατί την ήξερε, τη φοβόταν. Έλεγε στη Ζωή: “Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είσαι’συ”.»
Όταν ο ήλιος …, 1992

«Δεν ήθελα πια να τους ακούω. Έτρεξα και κλείστηκα στο δωμάτιο μου κι έκλαψα πολύ. Ποιος είχε δίκιο; Ποιος είχε άδικο; Κι εγώ τι φταίω; Πότε φωνάζω: Μπαμπά, σε μισώ και πότε η καρδιά μου χτυπάει και μου λέει πως τον αγαπώ. Τι θ’ απογίνω;

Από κείνη τη μέρα η μητέρα σώπαινε κι ο πατέρας γύριζε αργά τη νύχτα. Σχεδόν δεν τον έβλεπα. Στο τέλος του σχολείου, στην απονομή των βραβείων, ο μπαμπάς δεν ήρθε. Κι όμως, εγώ είχα απ’ όλη την τάξη τα περισσότερα άριστα. Η μητέρα ήταν πολύ συγκινημένη, μου χάρισε μια ασημένια ταυτότητα. Μ’ έστειλε να περάσω το καλοκαίρι στην Αγία Τριάδα, στη βίλα που νοίκιαζε η θεία Μαρία. Εκείνη δεν ήρθε. Όταν γύρισα στη Θεσσαλονίκη τη βρήκα μόνη στο σπίτι. Δε γελούσε.

-Που είναι ο μπαμπάς; τη ρώτησα

-Πήγε κάποιο ταξίδι στη Γερμανία, για δουλειά. Θα μας γράψει, θα γυρίσει.

Έλεγε ψέματα, το κατάλαβα αμέσως από την ταραχή της. Φοβήθηκα.

Αργότερα η μαμά μου μίλησε για την απόφαση της να πουλήσει το σπίτι, να βρει ένα θυρωρείο.

-Δεν ξέρω κανένα επάγγελμα, δεν έχω κανένα χαρτί, ούτε καν γυμνασίου, πως να δουλέψω στη Θεσσαλονίκη; Βλέπεις Χριστίνα μου, μου είπε, αν είχα σπουδάσει, δε θα βρισκόμουν σ’ αυτή τη δύσκολη θέση σήμερα. Δε θέλω μια μέρα να πάθεις κι εσύ τα ίδια.

Εγώ έκλαιγα και κείνη μου έλεγε: “Προσωρινά θα κάνω αυτή τη δουλειά, μέχρι να καταφέρει ο πατέρας να στείλει χρήματα”. Δεν έκλαιγα για τη δουλειά, έκλαιγα για τον μπαμπά που μας άφησε.

Ο πατέρας, Χριστινάκι μου, δε θα γυρίσει ποτέ πια. Πάει, τελείωσε. Μας άφησε μόνες. Πήγε στη Γερμανία για να φτιάξει μια δικιά του ζωή, δε μας αγαπάει. Θα ήθελα να σου πω: τον μισώ, μα δεν τολμώ. Φοβάμαι τη λέξη, με τρομάζει ακόμα και να τη δω γραμμένη…» Το ψέμα, 1970

«Ο «Πορτοκαλής Ήλιος» ξεμάκραινε από το λιμάνι του Πειραιά. Οχτώ το πρωί κι η ζέστη κιόλας ίδρωνε το κορμί, κολλούσε πάνω στο δέρμα. Η θάλασσα ασάλευτη θα ‘μοιαζε αληθινό γυαλί, αν δεν ήταν οι άσπροι αφροί που ξεσήκωνε το καράβι χαράζοντάς την. Κόσμος πολύ, περισσότερες γυναίκες με παιδιά, που ξεκινούσαν για κάποιο νησί του Σαρωνικού , την Αίγινα, τον Πόρο, την Ύδρα ή τις Σπέτσες. Τα σχολεία είχαν κλείσει κι οι μητέρες είχαν ετοιμάσει τις καλοκαιρινές αποσκευές: βατραχοπέδιλα, μάσκες, σαγιονάρες , ψάθινα ή πάνινα καπέλα… Στο κατάστρωμα οι πολυθρόνες ήταν όλες πιασμένες κι ούτε ένα σκαμνί αδειανό. Στα σαλόνια έκανε τόση ζέστη, που όλοι οι επιβάτες προσπαθούσαν να βολευτούν έξω , με την ελπίδα να δροσιστούν από τον αέρα της θάλασσας.»Ο θησαυρός της Βαγίας, 1969

 

 Επιμέλεια: Δάφνη Τσάρτσαρου

Διαβάστε επίσης

Close