Διήγημα: “O ποταμός απέναντι”

Διήγημα: “O ποταμός απέναντι”

Ένα καταπληκτικό διήγημα από τη Νάνσυ Καλφούδη-Παπάκου, βασισμένο σε αληθινή ιστορία …

 

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

«Ο Έβρος είναι ένας ιδιόμορφος ποταμός με λασπώδη βυθό. Προχωράς στο ένα μέτρο, και βρίσκεσαι σε μια τρύπα τριών μέτρων. Έχει μέσα νησίδες, κορμούς δένδρων, δίνες που σε ρουφάνε και γι’ αυτό αναποδογυρίζουν εύκολα οι βάρκες. Πέφτοντας οι άνθρωποι στο νερό πνίγονται πολύ πιο εύκολα γιατί φοράνε πολλά ρούχα. Όταν κάνουμε νεκροτομή, βλέπουμε έναν να φοράει τέσσερα παντελόνια, άλλον τρείς μπλούζες, κάποιον δύο μπουφάν κ.ο.κ. για τον απλούστατο λόγο ότι, όταν μια βάρκα χωράει μέσα δεκαπέντε  άτομα, ο λαθροδιακινητής δεν θα τους πει ελάτε με τις βαλίτσες και τις τσάντες σας. Αφετέρου, οι άνθρωποι αυτοί φοράνε, για να μην κρυώσουν, πολλά ρούχα, με αποτέλεσμα, με το που πέφτουν στο νερό, πάνε κάτω σαν βαρίδια».

Άφησα την εφημερίδα να πέσει στο πάτωμα. Η σκέψη μου σαν αστραπή γύρισε εξήντα χρόνια πίσω. Είχα ολοζώντανη μπροστά μου την εικόνα, ακόμη και την αίσθηση από το χάδι της μητέρας στο μάγουλό μου, όπως τότε, κάθε χρόνο την ίδια μέρα  – τη μέρα που η μάνα μου για να σωθεί, πέρασε τον ποταμό…

Καθισμένη πλάι της, στον καναπέ της τραπεζαρίας του παλιού μας σπιτιού άκουγα την αφήγησή της με τεταμένη προσοχή. Περνούσε ολοζώντανη μπροστά μου σαν παλιά ταινία η ιστορία της, η ιστορία που καθόρισε τη δική της και στη συνέχεια τη δική μου ζωή, και όλης της οικογένειας.


 

Ιανουάριος 1943   

Πρωί, αξημέρωτα στον συνοικισμό των προσφύγων στην Ορεστιάδα Έβρου. Το κρύο αφόρητο, όμως ο ποταμός δεν πάγωσε ακόμη. Γενάρης,  και οι γεωργοί περιμένουν δυνατό χιονιά.

  «Φούλα, βάλε το καλό σου φουστάνι από κάτω. Τα άλλα είναι πιο φαρδιά».

     «Ναι μαμά».

Τα φορέματα έγιναν τρία. Τα φοράω το ένα επάνω στο άλλο, κυρίως για να τα σώσω, ποιός ξέρει ποιοί θα λεηλατήσουν το σπίτι αύριο, σκέφτομαι με θλίψη. Στριμώχνω τα απαραίτητα στον μικρό μου μπόγο : χτένα, μία αλλαξιά εσώρουχα, κάλτσες και σαπούνι. Από το σπίτι παίρνουμε  τα χαρτιά μας, φωτογραφίες, μερικά κοσμήματα της γιαγιάς και της θείας από την Αδριανούπολη, το ρολόι, λίγα λεφτά που είχαμε φυλαγμένα για τις μαύρες ώρες. Όλα όσα αποτελούσαν την καθημερινότητά μας μένουν πίσω βορρά ποιος ξέρει ποιων επιτήδειων …

Ξεσήκωμα της οικογένειας μέσα στον πόλεμο. Ο πατέρας -δεύτερος σύζυγος της μάνας που ήταν δάσκαλος σε ένα χωριό κοντά στην Ορεστιάδα τον καλό καιρό- είχε ήδη απολυθεί λόγω αριστερών φρονημάτων. Η επόμενη δουλειά του στον Αγροτικό Συνεταιρισμό του χωριού δεν πήγε κι’ αυτή καλά και καταδικάστηκε για υποτιθέμενες ατασθαλίες μαζί με κάποιους άλλους χωρικούς. Εγώ κοπελίτσα στα δεκαοκτώ μου, η μητέρα, ο άντρας της και ο μικρός γιος τους ο Μορφάκης, το μοναδικό- αγαπημένο μου αδελφάκι ούτε δέκα χρονών, ξεκινάμε μέσα στη παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα για το άγνωστο.

Δεν είμαστε οι μόνοι, κι άλλοι φυγάδες του σκοτεινού καιρού της Ιστορίας μαζί μας, πριν να παγώσει το ποτάμι και γίνει αδιαπέραστο από τις βάρκες. Φοβόμασταν ότι αν πέσει χιόνι θα γίνει πολύ πιο επικίνδυνο το εγχείρημα. Ποιος ξέρει πόσες παγίδες μπορεί να  κρύβει το λευκό χαλί… σίγουρα οι άνθρωποι θα φαίνονται πολύ πιο καθαρά από την απέναντι όχθη. Επιπλέον, το πέρασμα της Μικρής Μαρίτσας, έτσι λέγεται το σημείο από την ακροποταμιά ως την νησίδα που είναι στο κέντρο του Έβρου, είναι πολύ κοντά στο φυλάκιο των εχθρών. Τηρούμε απόλυτη σιγή. Κανείς δεν πρέπει να μας πάρει είδηση, άνθρωποι και ζώα κοιμούνται ακόμη…

Ευτυχώς, ο βαρκάρης είναι πιστός στο ραντεβού μας. Μέσα από τις λυγαριές της όχθης ξεσέρνει μια μακρόστενη πισσαρισμένη βάρκα, από αυτές χωρίς καρίνα και χωρίς καλή ισορροπία, πάνω στην επιφάνεια του νερού. Τις χρησιμοποιούν εδώ οι ψαράδες και οι λαθροκυνηγοί. Ας είναι, πέντε άτομα θα τα πάρει. Εύχομαι στο μεταξύ να μην παγώσει το ποτάμι.

Ο βαρκάρης παίρνει τον πατέρα κατά μέρος, παζαρεύει για τα λεφτά σίγουρα, φαίνεται να διαφωνούν για λίγο, δεν ακούω καλά. Έπειτα,  σαν να βρήκαν την άκρη, του δείχνει την κατεύθυνση προς τις δύο άλλες βάρκες που βρίσκονται ήδη στο νερό. Λύνει τα κουπιά, μας φορτώνει όλους στη βάρκα και της δίνει μια δυνατή σπρωξιά να κυλήσει μέσα στο νερό.

Πίσσα σκοτάδι παντού γύρω μας και μόνο ο μικρός ψίθυρος του νερού που γλείφει τη βάρκα ακούγεται καθώς μας παρασέρνει το ρέμα. Ούτε κουπιά κινούνται ούτε άνθρωποι από τον φόβο των εχθρών. Περνάμε κάτω από την «κομαντατούρ» τώρα και κρατάμε ακόμη και την ανάσα μας.

Ξαφνικά ο ήχος στο ρυθμό του Εθνικού μας Ύμνου! «Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή…». Αν μας ακούσουν από το φυλάκιο, κανείς μας δεν θα ζήσει να το θυμάται και να το εξιστορεί! Είναι το ξυπνητήρι, παραχωμένο μέσα στον μπόγο με τα λίγα μας υπάρχοντα. Το είχαμε κουρντίσει να μας ξυπνάει κάθε πρωί και τώρα θυμήθηκε να ξυπνήσει  κι αυτό.

Με άπειρη προσοχή, αθόρυβα, χορεύτρια μικρών κινήσεων η μάνα μας,  από φόβο  μην αναποδογυρίσει η βάρκα, ψαχουλεύει στα σκοτεινά.  Τα δάχτυλά της, ευαίσθητα και ευκίνητα από το πλέξιμο τόσων χρόνων, βρίσκουν στα τυφλά το κατάλληλο κουμπί και το πιέζουν. Μετά σιωπή και αγωνία, που φθάνει τα όρια της απόγνωσης.

Μόνον ο φλοίσβος του νερού ακούγεται πάλι. Το ρεύμα μας πάει πέρα από την όχθη προς το πρόσκαιρο κατάλυμα, το νησάκι. Το ελάχιστο αεράκι της νύχτας φυσάει προς την κατεύθυνσή του, γι’ αυτό δεν μας πήραν χαμπάρι από την «κομαντατούρ». Ακόμη κι αν άκουσαν κάποιο θόρυβο δεν κατάλαβαν γιατί επρόκειτο. Μόνο η τσούϊκα και το ροχαλητό τους κυριαρχούν εκεί μέσα.

Μία ώρα ακόμη ακίνητοι μέσα στο σκοτάδι, χωρίς ανάσα, χωρίς ψίθυρο, παγωμένοι, με μόνο το χέρι της μάνας να μας κρατάει σφιχτά κοντά της. Άλλες δύο βάρκες μόλις άρχισαν να ξεχωρίζουν στις ανταύγειες του νερού. Μακριά,  πιο πέρα, αχνοφαίνονται οι καλαμιές που τις πηγαίνει πέρα-δώθε ο αέρας που δυναμώνει. Ο ουρανός γκριζάρει προς την Ανατολή. Πρέπει να κάνουμε τα αδύνατα δυνατά για να φθάσουμε στο νησί πριν ξημερώσει, για να μη μπορούν να μας δουν από την ξηρά.

Τώρα, πατέρας και γιος παίρνουν τα κουπιά. Ζήτημα αν είχαν κωπηλατήσει ποτέ στη ζωή τους – για τον μικρό είναι βέβαιο- ωστόσο κάτι κινείται καλύτερα στη βάρκα και στην καρδιά μας. Είναι η ελπίδα!

Με το χάραμα η βάρκα μας χώνεται στις καλαμιές που φυτρώνουν γύρω-γύρω στο μικρό νησάκι. Δεν πρόκειται βέβαια για πραγματικό νησί, ούτε ανήκει στο έδαφος καμίας χώρας. Είναι ένα ύψωμα του βυθού του ποταμού που μόνον  όταν τα νερά χαμηλώνουν ξεπροβάλλει. Την άνοιξη που λιώνουν τα χιόνια στα βόρεια, ο Έβρος πλημμυρίζει και μεγάλο μέρος του εξαφανίζεται. Οι μόνοι επισκέπτες εδώ είναι τα καλκάνια και οι ψαράδες τους, γι’ αυτό και υπάρχουν μια-δυο καλύβες από καλάμια όπου ξαποσταίνουν λίγο οι άνθρωποι μετά από την ολονύχτια μάχη τους με τα ζωντανά της κοίτης.

Ο καιρός γυρίζει, πέφτει χιόνι. Νιφάδες που χορεύουν για λίγο με την ανεπαίσθητη πνοή του αέρα, μοιάζουν σαν να ψιθυρίζουν μεταξύ τους καθώς αγγίζουν το παγωμένο έδαφος μέσα στην απόλυτη σιωπή.

  «Λίγα βήματα ακόμη» μου γνέφει η μάνα μου που κοίταξε με απελπισία τα παγωμένα πόδια από την απότομη αποβίβασή μου μέσα στα νερά. «Μαμά που πάμε;» ρωτάω με μάτια δακρυσμένα από την αγωνία και την παγωνιά, ενώ το χιόνι συνεχώς δυναμώνει.

Δεν παίρνω απάντηση. Κανείς δεν ξέρει πραγματικά πού θα καταλήξουμε αύριο, όμως τώρα πρέπει οπωσδήποτε να κρυφτούμε κάπου και να στεγνώσουμε τα πόδια και τα ρούχα μας. Προχωρούμε με δυσκολία, λίγο ακόμη, κοιτάζουμε ολόγυρα όσο μπορούμε να γυρίσουμε το κεφάλι μας έτσι τυλιγμένοι που είμαστε με σκούφους και μαντήλες. Στα δεξιά μας δύο υψώματα ανάμεσα στα ξερά καλάμια. Είναι δύο καλύβες σχεδόν καλυμμένες από το χιόνι. Προχωρούμε προς τα εκεί αργά, φοβόμαστε, φοβόμαστε πολύ με ένα φόβο που μουδιάζει όλο το σώμα και γίνεται σταδιακά ανεξέλεγκτος. Πληγώνει η σκέψη ότι αφήσαμε πίσω το σπίτι και τον τόπο μας. Πατέρας και γιος  πλησιάζουν σιγά-σιγά από την ανατολική πλευρά  το άνοιγμα της πιο κοντινής καλύβας και παραμερίζουν το κιλίμι που κάνει χρέη πόρτας. Σκοτεινιά! Στο εσωτερικό της δεν κινείται τίποτα …κάποιες ανάσες μόνο και κάποια μάτια γυαλίζουν στο σκοτάδι.  Ένα χέρι σηκώνεται και μας κάνει σιωπηλό νόημα να προχωρήσουμε μέσα.

«Ελάτε πατριώτες. Εμείς είμαστε οι Στεργίδηδες». 

        Μπαίνουμε και οι τέσσερις μέσα, κολλητά ο ένας στον άλλον και ένας αναστεναγμός ανακούφισης, ο πρώτος εδώ και πολλές ώρες, ξεφεύγει από μέσα μας.                                                                Η οικογένεια Στεργίδου, μπαμπάς, μαμά και κόρη στη δική μου ηλικία περίπου, είναι από την Ορεστιάδα, και μάλλον μεταφέρθηκαν με μία από τις άλλες βάρκες που προηγούνταν μέσα στον ποταμό. Ένας ακόμη, μαυριδερός, άγνωστος, που μοιάζει με λαθρέμπορο ή με ψαρά. καπνίζει σε μια γωνία.

Τους χαιρετούμε όλους, ο πατέρας εύχεται κουράγιο και δύναμη, ενώ ο ίδιος τρέμει από το κρύο και την υπερένταση.

«Ελάτε, ελάτε δάσκαλε» απαντάει ο Στεργίδης.

Με την κατάσταση που επικρατούσε, όλοι οι Έλληνες ήμασταν ένα, βασανισμένοι και ανήσυχοι. Η πείνα δεν είχε φθάσει ακόμη στα βόρεια, πλούσιο μέρος ο νομός Έβρου, σουσάμια, ψάρια, βούτυρα όσα παράγονταν παρέμεναν στον τόπο γιατί δεν υπήρχε τρόπος να μεταφερθούν στις μεγάλες πόλεις. Οι Βούλγαροι στο Βορρά και οι Γερμανοί στο Νότο άρπαζαν ό,τι έβρισκαν, αυτό το ξέραμε και πονούσε πολύ. Σοδιές ολόκληρες που ήταν στις αποθήκες των Συνεταιρισμών έκαναν φτερά, μαζί με τον μόχθο των αγροτών ενός ολόκληρου χρόνου και βάλε.

 

Στριμωχνόμαστε σε μια γωνιά της σκοτεινής καλύβας και οι τέσσερις, να γλυτώσουμε από το κρύο. Φωτιά δεν υπάρχει για να μην φανεί ο καπνός από μακριά. Ωστόσο, και μόνο η παρουσία των άλλων συγχωριανών μας δίνει μία αίσθηση ασφάλειας. Δεν ξέρουμε πόσο θα πρέπει να μείνουμε και με ποιο τρόπο θα συνεχιστεί η φυγή μας. Η μητέρα είπε ότι πάμε στη Μέση Ανατολή. Αμφιβάλλω αν ξέρει τι και πως, αφού και το ότι βγήκαμε από τα σύνορα της Ελλάδας είναι μυστικό.

     «Αυτός θα μας βγάλει απέναντι;» ψιθυρίζει ο πατέρας στο αυτί  του Στεργίδη.

«Αυτός, όμως δεν μιλάει  Ελληνικά. Ψαράς του ποταμού είναι και … διακινητής. Τα κανόνισε με τον δικό μας από την άλλη μεριά και μας περίμενε εδώ στην καλύβα. Βολευτείτε όσο μπορείτε για την ημέρα και όταν σκοτεινιάσει βλέπουμε».

      Βολευόμαστε στη γωνιά μας. Η μαμά μας αγκαλιάζει, ρίχνει το σάλι της πάνω στον μικρό μου αδελφό. Εκείνος ούτε που σαλεύει, κοιμάται του καλού καιρού. Για μένα όμως τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Τα πόδια μου είναι ακόμη παγωμένα γιατί οι διπλές-τριπλές κάλτσες που φοράω κράτησαν την υγρασία και πάγωσαν, ξεράθηκαν, σαν να φοράω παγωμένες γαλότσες. Τις βγάζω με πολλή προσοχή, τις αλλάζω στα γρήγορα με ένα στεγνό ζευγάρι από τον μπόγο της μάνας και κάπως ανακουφίζομαι. Μια απόλυτη σιγή επικρατεί στην καλύβα. Κανένας δεν τολμά να μιλήσει, αν και οι ερωτήσεις ενοχλούν τις γλώσσες μας.  Αφουγκράζομαι τη σιωπή. Θα ‘λεγε κανείς πως ακούγεται ακόμη και ο ήχος από τις νιφάδες του χιονιού που πέφτουν τώρα έξω πυκνές, και μετατρέπονται σε άσπρο χαλί πάνω στην έρημη νησίδα.

Ο νους μου φεύγει από την παγωμένη καλύβα, με μια ενστικτώδη διάθεση  να επιζήσω, να απομακρυνθώ από τούτη τη ζοφερή κατάσταση. Αναπολώ κάποιες όμορφες, χαμένες στιγμές… μια Κυριακή του περασμένου Φθινόπωρου, ήταν 28 Οκτωβρίου, ο κόσμος όλος ξένοιαστος, ο καιρός καλός, μείναμε έξω με τις φίλες μου ως αργά. Γυρίσαμε στο σπίτι χαρούμενες. Εκείνη η διάχυτη χαρά, εκείνο το γλέντι ήταν το τελευταίο. Την ίδια νύχτα μας κήρυξε τον πόλεμο η Ιταλία. Όταν ξημέρωσε η Δευτέρα όλος ο κόσμος ήταν ανάστατος! Είχε γίνει γενική επιστράτευση, τα τρένα έφευγαν γεμάτα με τα νιάτα της Ελλάδας και οι γονείς με δάκρυα αποχαιρετούσαν τα παιδιά τους και τους συγγενείς τους. Μαζί με τις φίλες μου βρέθηκα και εγώ στο σταθμό της Ορεστιάδας. Όλες είχαμε να αποχαιρετήσουμε κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο. Από τη δική μας οικογένεια έφευγε ένας συγγενής μας, ο Απόστολος, που ήταν ανιψιός του θείου μου, παιδί της αδελφής του. Γι’ αυτόν είχα κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια, κάποια κρυφά αφανέρωτα αισθήματα … ήταν το όνειρο της ζωής μου! Από την πλευρά του δεν ξέρω, όμως νομίζω και ελπίζω  πως και εκείνος με συμπαθεί. Δεν εκδηλωθήκαμε ποτέ, και ευτυχώς δεν χάσαμε επαφή».   

       

       Η σκέψη, ζεσταίνει την καρδιά μου, χαμογελώ κρυφά. Δεν έχει μόνο ταλαιπωρίες και βάσανα η ζωή, έχει και αγαπημένα πρόσωπα, που μου δημιουργούν πολλές προσδοκίες -άραγε θα τα ξαναδούμε σύντομα; έχει και μέρες λαμπερές όπως κάποιες πριν ένα χρόνο περίπου.

Την ονειροπόλησή μου διακόπτει απότομα το τράβηγμα της κουρελούς που έπαιζε τον ρόλο πόρτας της καλύβας. Ένα σύννεφο χιονιού σπρωγμένο από τον δυνατό αέρα  και μαζί του ένας αγριωπός άντρας εισβάλλουν ορμητικά στο σκοτεινό καταφύγιό μας. “Μοτορίκ, μοτορίκ” φωνάζει με την άγρια φωνή του και τα παγωμένα γένια του τρέμουν απειλητικά. Το λερό σακάκι του είναι κάτασπρο από το χιόνι και τα μάτια του γυαλίζουν παράξενα στο ελάχιστο φως που μπαίνει από το άνοιγμα της καλύβας.

Τρέμουμε από φόβο και κρύο… πεταγόμαστε όρθιοι, πιανόμαστε όλοι από τα παγωμένα χέρια μας, ενστικτωδώς για να δηλώσουμε το σύνολο της δύναμής μας, όμως όλων οι καρδιές χτυπούν σαν τρελές, και οι γλώσσες μένουν άλαλες. Μόνο ο ξένος της γωνίας μένει ακίνητος. Γνέφει τον νεοφερμένο να καθίσει δίπλα του, του προσφέρει τσιγάρο και αρχίζουν μεταξύ τους έναν διάλογο στα τούρκικα με χειρονομίες κατευθύνσεων. Δεν καταλαβαίνουμε τι ακριβώς λένε, όμως πιάσαμε το νόημα του “μοτορίκ” που θύμιζε βαρκάρη ή βάρκα με κινητήρα. Καθησυχάζουμε κάπως, όμως ο πόλεμος, το κρύο και η πείνα θερίζουν το μέσα μας για τα καλά…

Οι δυο μαυριδεροί τύποι δεν δείχνουν ν’ ανησυχούν, καπνίζουν,  πίνουν ρακί και τρώνε παστά ψάρια κουβεντιάζοντας, αδιάφοροι για την κατάστασή μας. Ελπίζουμε να έχουν τελειώσει το φαγοπότι τους μέχρι να νυχτώσει και να ξεμυτίσουμε από εδώ.

Η ατμόσφαιρα μέσα στην καλύβα ολοένα και βαραίνει. Στη πιο σκοτεινή γωνιά της κρεμάσαμε μια δεύτερη κουρελού πιο άθλια κι απ’ αυτή της πόρτας  και μόνο προς τα εκεί κινηθήκαμε ένας – ένας για τις ανάγκες μας… η παγωνιά ευτυχώς, μας προστατεύει κάπως από τις δυσάρεστες  οσμές…αν ήταν καλοκαίρι ούτε απ’ έξω θα μπορούσε να περάσει άνθρωπος …

Οι δυο Τούρκοι ασάλευτοι, ροχαλίζουν δυνατά κι ονειρεύονται τις χρυσές που θα πέσουν στη χούφτα τους ανά κεφαλήν, μόλις μας περάσουν απέναντι… κανείς μας δεν τολμάει να τους πλησιάσει, μοιάζουν σαν να βρίσκονται στο σπίτι τους.

Ο άνεμος φαίνεται να κόπασε και μόνο η απόκοσμη σιγή του χιονισμένου τόπου μεγαλώνει την ερημιά και τους φόβους μας που παραλύουν κάθε τι μέσα μας.

 

Χθες άκουσα, ότι η Τουρκία υπέγραψε με τη Βουλγαρία Συμφωνία μη επίθεσης, αυτό επέβαλαν οι Γερμανοί, αλλά δεν μπήκε ενεργά στον Πόλεμο. «Καλύτερα να πεθάνουμε» απάντησαν στον Άξονα! Πού έμαθαν να έχουν τόσα κότσια οι τουρκαλάδες και από ποιους; Και γιατί οι ευρωπαίοι δεν μαθαίνουν πια ποτέ από τα λάθη τους; Φαίνεται αύριο θα μπούμε σε μια χώρα που στέκεται σούζα-επιφυλακή. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που μας αφήνουν να περνάμε απέναντι χωρίς πολλά- πολλά εμπόδια, αρκεί να πληρώνουμε και βέβαια να μη μένουμε εκεί. Να μη μείνουμε πού δηλαδή; Στο μέρος μας;

Εγώ, γεννήθηκα στην Αδριανούπολη τον Ιούλιο του ’22, με έφεραν μωρό στο Διδυμότειχο μετά την καταστροφή. Δυο φορές πρόσφυγας στα ίδια σύνορα, μέσα στην ίδια την πατρίδα μου! Μία από την Ανατολή προς τη Δύση και μία από τη Δύση προς την Ανατολή…

 «Εμπρός! Σηκωθείτε όλοι. Πέντε η ώρα και έχουμε μπροστά μας δρόμο».

Ο οδηγός μας χωρίς ρολόι και με το μουστάκι ακόμα λιγδωμένο, σηκώνεται και μαζεύει το κιλίμι του. Το ίδιο και ο …”αγγλομαθής” Μοτορίκ! Αφήνω την ιστορική μου αναδρομή – νέο κορίτσι και τόσες ταλαιπωρίες! – και προσπαθώ να τεντώσω τα ξυλιασμένα μου πόδια ώστε να μπορώ να τρέξω αν χρειαστεί κάποια στιγμή. Κανείς δεν ξέρει τι μας περιμένει ακόμα.

Έξω έχει σχεδόν σκοτεινιάσει. Η μικρή μας ομάδα προβάλλει σιγά-σιγά από την κουρελού της πόρτας και στοιχίζεται : Μπροστά ο οδηγός, οι δύο οικογένειες  και τελευταίος ο Μοτορίκ…. δεν του έχω καμία εμπιστοσύνη τέτοια αγριόφατσα που είναι. Ένας δυνατός προβολέας σαρώνει ξαφνικά το νησί! Γίνονται δύο… τρέμουμε…μας πήραν είδηση οι Βούλγαροι; Να τρέξουμε, να μείνουμε, να πέσουμε κάτω στο χιόνι; Ακόμη και οι συνοδοί μας έχουν παγώσει από την τρομάρα τους. Έχουμε μείνει αγάλματα, χωρίς ανάσα, χωρίς ένα ψίθυρο για κουράγιο. Αποσβολωμένοι κοιτάμε τα φώτα να μας πλησιάζουν… ένας χαρακτηριστικός γνωστός μας ήχος αρχίζει να δυναμώνει σταδιακά. Τρένο, ένα τρένο που πήρε τη στροφή μέσα στη σκοτεινιά φάνηκε να σαρώνει με τα φανάρια του τη  μικρή μας επικράτεια. Αυτό ήταν! Γυρίζω το κεφάλι και κοιτάω τη μάνα μου. Πού βρίσκει τη δύναμη να μου χαμογελάσει; «Άιντε, τσαμπούκ!» ο οδηγός ανέλαβε πάλι τις ευθύνες του. Η παγωμένη ομάδα μας πρέπει να κινηθεί γρήγορα προς την ανατολική όχθη, πριν μας βρει κανένα ξαφνικό. Καθυστερώ το βήμα μου και πιάνω τη μαμά από το μανίκι, γνέφοντας προς τον τελευταίο.

 

«Μη στενοχωριέσαι κοριτσάκι μου, μου λέει σιγανά. Όλοι την ίδια μοίρα    έχουμε εδώ. Θα τον πληρώσουμε και θα φύγει. Θα πάρουμε το τρένο στο Ουζούν Κιοπρού. Θα είναι και άλλοι εκεί

 

Σουτ! ο οδηγός μας γνέφει επιτακτικά. Περιμένετε εδώ. Κόκκαλο όλοι, ούτε μπρος ούτε πίσω. Ο οδηγός παραμερίζει κάποια καλάμια και  δικαιώνεται και αυτός και ο… Μοτορίκ; Ανασύρει μία μεγάλη βάρκα με πετρελαιομηχανή! Οργανωμένος ο τύπος. Όχι σαν τους δικούς μας με τις ποταμίσιες ψαρόβαρκες. Εδώ πρόκειται για επαγγελματική κατάσταση, δεν ξέρω αν θα μας κεράσει και τσάι μέσα! σκέφτομαι ειρωνικά και γελάω από μέσα μου, για να παρηγορήσω τον φόβο μου.

«Άιντε, τσαμπούκ!» τώρα καταλαβαίνουμε πια και χωρίς μετάφραση.

Ένας, ένας, ανεβαίνουμε στη βάρκα με προσοχή και πάλι βρισκόμαστε να πλέουμε μέσα στο δυνατό ρεύμα του νερού της Μεγάλης Μαρίτσας αυτή τη φορά. Τώρα όμως είναι διαφορετικά τα πράγματα. Η περήφανη μηχανή παίρνει σε λίγο μπρος και με ένα μικρό τράνταγμα, στρέφεται προς την κατεύθυνση που ορίζει η πορεία μας. Η τουρκική όχθη αχνοφαίνεται αρκετά μακριά. Μικρά φωτάκια τρεμοπαίζουν στον ορίζοντα. Τι να είναι άραγε; Τι μας περιμένει αυτό το φοβερό μερόνυχτο; Η κούραση είναι τόση πού σχεδόν δεν νοιώθουμε πια το κρύο, βλέπουμε όμως με τρόμο  διάφορα αντικείμενα, επικίνδυνα για τη βάρκα μας μέσα στο νερό: Κορμούς δένδρων που μεταφέρουν με τη ροή του νερού οι Βούλγαροι μέχρι τις εκβολές του Έβρου, τους φορτώνουν εκεί σε καϊκια για να πουληθούν. Ένας  κορμός αν πέσει επάνω μας φτάνει να αναποδογυρίσει τη βάρκα ή να τρυπήσει την ξύλινη καρίνα της και να βρεθούμε όλοι στο νερό… Και τότε … δεν θέλω να το σκέφτομαι.

Τώρα ο Μοτορίκ αναλαμβάνει δράση! Πετάγεται από τη θέση του, κάνει πιρουέτες ισορροπιστή πάνω στην κουπαστή της βάρκας και σε δευτερόλεπτα βρίσκεται στην πλώρη. Εκεί, με ένα μακρύ κοντάρι με γάντζο στην άκρη του, απομακρύνει κορμούς και κλαδιά που μας πλησιάζουν. Μας είναι πολύτιμος.

Δεν μπορούμε να του μιλήσουμε, ούτε να χειροκροτήσουμε την αστραπιαία επέμβασή του! Του γνέφουμε με το χέρι στην καρδιά ευχαριστώ, και συνεχίζουμε την νυχτερινή πλεύση μας χωρίς ανάσα. Σε επιφυλακή και οι δύο άντρες της συντροφιάς μας. Ο χρόνος κυλά. Λεπτά και ώρες περνούν βασανιστικά μέσα στην χειμωνιάτικη νύχτα. Το εικοσιτετράωρο που διαβήκαμε λήγει σε λίγο στην απέναντι όχθη. Είμαστε ζωντανοί, γεροί, στεγνοί και όλοι μαζί όπως όταν ξεκινήσαμε!  Όμως, τι μας επιφυλάσσει ο ποταμός απέναντι;

 

 

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Σήκωσα την εφημερίδα σκύβοντας αυθόρμητα, συγκινημένη. Οι δικοί μου γλύτωσαν τότε από τον άγριο ποταμό. Προχώρησαν πέρα μακριά και πάλεψαν με σθένος και ψυχή να ζήσουν για το αύριο. Εμείς είμαστε το καλότυχο αύριο, που κοντεύει να γίνει χθες, με τα χρόνια που κύλησαν σαν τα νερά του ποταμού, που θα  συνεχίσουν και μετά από μας να κυλούν και να εκβάλλουν μέσα στη Λευκή Θάλασσα. Έτσι ονομάζουν το Αιγαίο οι Βαλκάνιοι γείτονές μας από πολύ παλιά. Πόσο λευκή είναι όμως … Χιλιάδες τυραννισμένες ψυχές διέσχισαν και διασχίζουν καθημερινά αυτό το αλμυρόγλυκο σύνορο Δύσης και Ανατολής για να σωθούν από δικούς και ξένους …Μακάρι να περάσουν απέναντι όλες τους. Και να γυρίσουν πάλι, κάποια μέρα, εκεί που νιώθουν Πατρίδα τους!

 

Γράφει η Νάνσυ Καλφούδη- Παπάκου

 

Πηγή: https://www.fractalart.gr/o-potamos-apenanti/

Διαβάστε επίσης