Πως χάθηκαν τα υπέροχα κτίρια της Θεσσαλονίκης, μια ιστορία από τον Γιώργο Ιωάννου

Πως χάθηκαν τα υπέροχα κτίρια της Θεσσαλονίκης, μια ιστορία από τον Γιώργο Ιωάννου

«Μια φωτογραφία, μια ιστορία» και ας δούμε πως έγινε η Θεσσαλονίκη μια πόλη με τόσες πολυκατοικίες σύμφωνα με τον Γιώργο Ιωάννου. Υπάρχει έστω η παραμικρή δικαιολόγηση του γεγονότος;

«Όλοι θυμόμαστε ή γνωρίζουμε την παλιά μορφή της Θεσσαλονίκης, που είχε διατηρηθεί στη Πάνω Πόλη, αλλά και στις συνοικίες τις επάνω από την Αχειροποίητο, τον Άγιο Θανάση και την Καμάρα, σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι και τη δεκαετία του ’50.

Και σήμερα ακόμα υπάρχουν τμήματα που μας δίνουν σαφή εικόνα εκείνης της εποχής.
Η παλιά αρχιτεκτονική και ρυμοτομική μορφή της Θεσσαλονίκης ήταν ιδιαίτερα γραφική, αλλά ακόμη γραφικότερη η σύνθεση του πληθυσμού, που κατοικούσε στα ξυλόδετα εκείνα σπίτια, που επειδή συνήθως ήταν πολύ μεγάλα για μια οικογένεια, είχαν μεταβληθεί σε ένα είδος προδρομικές πολυκατοικίες – κάθε δωμάτιο ή δυό δωμάτια και οικογένεια – και που φυσικά δεν είχαν ούτε τις πιο στοιχειώδεις ανέσεις.

(…) Εκεί μέσα, πάντως, εκυοφορείτο η σημερινή Θεσσαλονίκη. Η νέα μορφή της, η νοοτροπία της και ο ψυχισμός της.
Μέσα σε κείνα τα στριμώγματα γεννήθηκε πανίσχυρο το όνειρο τής όσο το δυνατό πιο ξεχωριστής και ανεξάρτητης στέγασης, και μέσα σε κείνη την καταπάτηση και την ισοπέδωση των ατόμων, η ζωηρότατη επιθυμία για σπουδές και οικονομική αποκατάσταση.

Το όνειρο της στέγασης άρχισε να πραγματοποιείται αραιά και διστακτικά από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, αλλά έλαβε ομαδική πραγματοποίηση στη δεκαετία κυρίως του ’60, γιατί τότε πήραν να εκπληρώνονται ορισμένοι οικονομικοί όροι και επιπλέον είχαν μεγαλώσει πια τα παιδιά των προσφυγικών οικογενειών και μπορούσαν έτσι κάτι να συνεισφέρουν στη στεγαστική προσπάθεια της οικογένειας.

Αλλά εκτός από τα παραπάνω, η στέγαση βοηθήθηκε αποφασιστικά από τα καινούρια συστήματα αντιπαροχής ή οριζόντιας κατοχής κατοικίας. Η πώληση, δηλαδή ενός μεγάρου, όπως θα λέγαμε παλιά, κατά διαμερίσματα.

Και σιγά – σιγά από πολυκατοικία σε πολυκατοικία έγινε αυτό που έγινε. Και σφράγισε τη Θεσσαλονίκη για πολλά χρόνια από δω και πέρα.

(…)Μένει πάντοτε υπαρκτό και αθεράπευτο το αισθητικό θέμα. Τα παλιά σπίτια, τα καμωμένα κατά τη βυζαντινή παράδοση, μερικά μάλιστα γνησίως βυζαντινά, υποκταστάθηκαν από απρόσωπες πολυκατοικίες, άσχημες και όμοιες σχεδόν η μία με την άλλη, χωρίς ίχνος ελεύθερου χώρου, χωρίς ίχνος σχέσης, εξωτερικής μορφικής σχέσης, με ό,τι υποκατέστησαν ή με τον τόπο στον οποίο ανηγέρθησαν. Εκτός από τα σπίτια της Αριστοτέλους.

Το αποτέλεσμα αυτό εάν το πάρουμε έτσι γενικά και αφηρημένα, θα καταλήξουμε σε καταδίκη της σημερινής μορφής της πόλης. Αλλά εάν το σκεφθούμε μέσα από τις καταναγκαστικές καταστάσεις, που προηγουμένως σας ανέπτυξα – και γι’ αυτό ακριβώς σας τις θύμισα – δεν μπορούμε να έχουμε την ίδια και μάλιστα απόλυτη αισθητική στάση.

Εμείς θυμόμαστε τις συνθήκες, γι’ αυτό δεν μπορούμε να πολυμιλάμε. Ένας ξένος που έρχεται για λίγο στην πόλη μας συγχωρείται ίσως να μιλάει γι’ αυτήν από την αισθητική σκοπιά. Το ίδιο και ένας πλούσιος αισθητής, ξένος ή ντόπιος.
Αλλά όσοι έζησαν από μέσα τις συνθήκες στα παλιά εκείνα σπίτια και τις γειτονιές δεν δικαιούνται να καταδικάζουν τις αλλαγές με την ίδια ευκολία.

Μ’ αυτούς και μ’ αυτούς τους τρόπους κατάφερε ο κοσμάκης να στεγαστεί σε ανεξάρτητα διαμερίσματα. Να πλυθεί, να απομονωθεί, να βρει την ησυχία του, για να διαβάσει και να σπουδάσει.»

Κείμενο: Γιώργος Ιωάννου, «Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εκδόσεις Κέδρος
Φωτογραφία: Δημήτρης Συμεωνίδης




Διαβάστε επίσης

Close