.

Τρίχες Κατσαρές #9 - Καιρός πανιά, καιρός κουπιά

Λίγο η ζέστη, λίγο η κούραση, λίγο o δαιμονισμένος αέρας που δεν ευνοεί κομμωτικές εργασίες,  λίγο τα λεφτά που λείπουν, λίγο η κούραση που περισσεύει, τί να σου κάνουν και οι πελάτισσες; Λάκισαν.

 

Άλλες για Χαλκιδική, άλλες για Θάσο. Μερικές ξεβράστηκαν στη Σαμοθράκη, μία πήγε στο χωριό της στην Καβάλα, δυο στον Πλαταμώνα που έχουν εξοχικό, κοντά η μια στην άλλη. Οι υπόλοιπες ούτε που γνωρίζει, ούτε που τη νοιάζει. Και να μην έφευγαν αυτές, θα τις παρατούσε εκείνη. Το μαγαζί σήμερα κλείνει. Αυγουστιάτησε πια.

 

-    Μωρέ, κι ως το γόνατο να τους φτάσει η φράντζα, να την στρώσουν καταίφι, να την φάνε εκμέκ! Εγώ δεν ασχολούμαι. Το ρολό κατεβαίνει, ως το τέλος του μηνόόός...
-    Μόνη σου μιλάς, βρε Ρίτσα, ρώτησε ο Μανώλης παραδίδοντάς της σβέλτα τον καφέ.
-    Μόνη μου μιλάω, του απάντησε.

 

Ύστερα έσφιξε καλά τις βρύσες, βίδωσε τα καπάκια από τα σαμπουάν, τα μαλακτικά και τις μάσκες ενυδάτωσης, τακτοποίησε τις φρεσκοπλυμμένες πετσέτες στο ράφι, έβαλε τη σκούπα στην μεγάλη, όρθια ντουλάπα και σφάλισε τα παράθυρα. Σκοτείνιασε. Πήρε την τσάντα και τον καφέ της στο ένα χέρι και με το άλλο κλείδωσε τέσσερις ολόκληρες φορές, βάζοντας θερινό λουκέτο στο «Ritsa’s Coiffure» και ξεκλειδώνοντας το μπαούλο που της φύλαγε χλωρή, την αττική της ψυχή, σαν αντίκα. Ανάσανε. Αύριο, θα βρισκόταν στην Αθήνα.

 

Επέστρεψε με τα πόδια στο μικρό της διαμέρισμα. Βούλιαξε στον καναπέ και προσπάθησε να ρουφήξει όλο το χώρο, μέσα από το ριγέ, πλαστικό καλαμάκι που της αντλούσε τον καφέ, γουλιά-γουλιά. Ένα ολόκληρο πεντάμηνο εκεί μέσα, εδώ μέσα... Κι όμως, δεν το κατοικεί. Θα προσπαθήσει να το κάνει σπίτι της, μόλις επιστρέψει. Δεν είναι μόνο τα κουρτινόξυλα που λείπουν, οι γλάστρες στο μπαλκόνι και η κουρτίνα του μπάνιου που όλο λέει ν’ αγοράσει κι όλο το ξεχνά. Είναι και τα κάδρα που έχουν απλώς ακουμπήσει στον τοίχο. Δεν έχουν καρφωθεί. Είναι η ζωή, γενικώς, που απουσιάζει. Αφιερώθηκε στο μαγαζί και παραμέλησε το σπίτι. Πότισε με τον ιδρώτα της το «Coiffure», δείχνοντας ολιγωρία ως προς τη δίψα της «Ritsa’s». Θα επανορθώσει. Όταν επιστρέψει.

 

island 17447 600

 

Προς το παρόν γεμίζει μια τσάντα, από αυτές με τα ροδάκια για να μπορεί να σέρνεται ευκολότερα ως το όριο. Ο εαυτός της. Μαγιώ, σαγιονάρες, η κίτρινη πετσέτα, τα ξεχειλωμένα t-shirts και το short που κάποτε ήτανε τζην παντελόνι. Πολλά ήταν κάποτε μακρυά, μα είναι κοντά τώρα. Φοριούνται ευκολότερα. Η ίδια. Θα ταξιδέψει με μια ξεφτισμένη βερμούδα και σανδάλια. Οι παλιές υποστήριζαν πως το αεροπλάνο σε θέλει πιο περιποιημένη. Όλα αυτά είναι τρίχες κατσαρές.  

 

Να μην ξεχάσει τα βιβλία της. Θα πάρει μόνο τ’ αλμυρά. Όσα μιλούν για καλοκαίρι. Και σίγουρα το «Θησαυρό της Βαγίας», για να τον ξαναβρεί πριν φτάσει. Αρχικά δυο μέρες στην Αθήνα, σε ξενοδοχείο. Δεν έχει σπίτι στην πατρίδα της, πια! Θα ανηφορίσει ως τον Παρθενώνα, θα βρει τη δύναμή της, θα την κοιτάξει από ψηλά, θα φάει παγωτό στην Πλάκα, μόνη, θα βηματίσει με τις ώρες κι ύστερα θα χωθεί σ’ ένα βαγόνι του Ηλεκτρικού, που θα την πάει ίσια γραμμή στον Πειραιά. Θα σαλπάρει για Αίγινα. Ήταν πρωτεύουσα κι εκείνη για λίγο. Μην το ξεχνά!

 

Το κινητό θα το κρατά κλειστό. Μονάχα μια φορά τη μέρα θα τηλεφωνεί στη Στέλλα, για να  μαθαίνει και τα νέα του Νικόλα, που είχε την καλοσύνη να τον φορτωθεί, μαζί με το ενυδρείο του.

 

-Μια χαρά είναι το ψάρι. Μην ανησυχείτε. Καλό σας ταξίδι.
-Ευχαριστώ Στελλίτσα. Απογειωνόμαστε σε είκοσι λεπτά.
-Ακούς Νικόλα; Φεύγει η αφεντικίνα μας...

«Ώρα καλή στην πρύμη της κι αέρα στα πανιά της», ευχήθηκε εκείνος, σείoντας την ουρίτσα του λιγάκι μελαγχολικά.

 

Close